Η φωνή της ακούστηκε ήρεμη από την άλλη άκρη του τηλεφώνου. Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. «Ναι, να βρεθούμε», μου είπε σχεδόν αμέσως, σαν να περίμενε αυτή τη στιγμή. Η Ζωή Γιαννακούρου έμοιαζε σαν να κουβαλά στην ψυχή της μια ιστορία που είχε ανάγκη να ειπωθεί. Οχι μόνο για την ίδια, αλλά για όλες εκείνες τις γυναίκες που κάποια στιγμή θα βρεθούν σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση. Απέναντι από έναν γιατρό, μια βιοψία, μια διάγνωση, μια λέξη που μοιάζει να παγώνει τον χρόνο: καρκίνος. Ενδεχομένως και ένα λάθος, που δύσκολα κανείς φαντάζεται πως μπορεί να συμβεί.
Συναντηθήκαμε ένα ζεστό πρωινό Παρασκευής στα Εξάρχεια, στους «Χάρτες», ένα μικρό συνοικιακό καφενείο, κάτω από τις τέντες που προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά τον ήλιο του Ιουλίου. Η πόλη δεν είχε ακόμη ξυπνήσει εντελώς. Ακουγόταν το πέρασμα των αυτοκινήτων, ένα μηχανάκι που σταματούσε στη γωνία, ποτήρια που ακούμπαγαν στα τραπέζια, μια κουβέντα από διπλανή παρέα. Το μαγνητοφωνάκι κατέγραφε τα πάντα – κυρίως, όμως, τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις της.
Για αρκετή ώρα δεν αγγίζει σχεδόν καθόλου τον καφέ της. Τον ανακατεύει με το καλαμάκι, σαν να προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά τις μνήμες της. Δεν χρειάζεται να της κάνω πολλές ερωτήσεις. Οι φράσεις βγαίνουν αβίαστα, όχι με ορμή, αλλά με τη γαλήνη ενός ανθρώπου που έχει συμφιλιωθεί με όσα έζησε, χωρίς όμως να έχει πάψει να ζητά δικαιοσύνη. Στα μάτια της συνυπάρχουν δύο γυναίκες: εκείνη που πίστεψε ότι θα πεθάνει και εκείνη που σήμερα επιμένει να ζει με μεγαλύτερη ένταση, δίνοντας νόημα ακόμη και στις πιο μικρές καθημερινές στιγμές. Κάθε τόσο χαμογελά όταν αναφέρεται στις κόρες της και στην εγγονή της. Είναι το μοναδικό χαμόγελο που δεν συνοδεύεται από πόνο.
Η Ζωή έχει γαλανά μάτια που δεν σε αφήνουν εύκολα να τα αποφύγεις. Σε κοιτάζουν σταθερά, σαν να έχουν περάσει μέσα από κάτι που δεν χωρά εύκολα σε λέξεις. Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της δίωρης κουβέντας μας δεν πήρε τα μάτια της από πάνω μου. Δεν ύψωσε ποτέ τον τόνο της φωνής της. Δεν δραματοποίησε τίποτα. Κι όμως, όσα αφηγείται δύσκολα τα αντέχει κανείς.
Παίρνει μια μικρή γουλιά από τον καφέ της και ξεκινά. «Οταν άρχισαν όλα αυτά ήμουν 55-56 ετών. Εκείνη την περίοδο ήμουν πιο κοντά από ποτέ με την κολλητή μου. Θυμάμαι ακόμη το μήνυμα που της έστειλα. Της έγραψα: “Εχω πάνω από 90% πιθανότητες να αποκτήσω καρκίνο στο στήθος”. Ηταν μήνυμα, αλλά ένιωσα το πάγωμά της. Σαν να την είχα μπροστά μου».
Η αδελφή της είχε φύγει από τη ζωή στα 45 της χρόνια από καρκίνο του μαστού. Η οικογένεια είχε συμμετάσχει σε ερευνητικό πρόγραμμα για τα γονίδια. Αρχικά οι εξετάσεις έδειχναν ότι δεν έφερε τη γνωστή μετάλλαξη. Χρόνια αργότερα, οι επιστήμονες την κάλεσαν ξανά. «Μου είπαν ότι, με τα νέα επιστημονικά δεδομένα, έπρεπε να δώσω νέο δείγμα. Οταν βγήκαν τα αποτελέσματα, μου ανακοίνωσαν ότι έχω το γονίδιο CHEK2. Οι επιστήμονες διαφωνούσαν για το ποσοστό κινδύνου, αλλά όλοι συμφωνούσαν ότι ήταν υψηλό. Πήρα πέντε γνώμες, από την Ελλάδα και το εξωτερικό και αποφάσισα να κάνω προφυλακτική μαστεκτομή».
Δεν δίστασε. «Οταν ακούς τη λέξη “καρκίνος“, δεν σκέφτεσαι το στήθος σου. Το στήθος γίνεται σαν ένα δάχτυλο. Ενα μέρος του σώματος που, αν πρέπει να φύγει για να ζήσεις, φεύγει. Είχα ήδη θηλάσει τις δύο κόρες μου. Δεν με ενδιέφερε ούτε η αισθητική ούτε η αποκατάσταση. Με ένοιαζε μόνο να ζήσω».
Σταματά για λίγο. Και συνεχίζει: «Ξέρεις τι με πλήγωνε; Οτι οι περισσότεροι γιατροί – κυρίως οι άνδρες – έδιναν μεγαλύτερη σημασία στο πώς θα φαίνομαι μετά. Εγώ ένιωθα ότι είχα κάτι πολύ μεγαλύτερο να πενθήσω από το στήθος μου».
Επέλεξε αποκατάσταση με δικό της λίπος και όχι με ενθέματα σιλικόνης. Το χειρουργείο κράτησε 14 ώρες. «Οταν ξύπνησα από τη νάρκωση, είχα την ψευδαίσθηση ότι οδηγούσα ένα ελικόπτερο και προσπαθούσα να το απογειώσω. Τόσο πολύ ήθελα να ζήσω. Ρώτησα τον χειρουργό: “Καθάρισα;”. Και μου απάντησε: “Θα είσαι η πρώτη στην οικογένειά σου που δεν θα πεθάνει από καρκίνο”».
Η αποκατάσταση ήταν επώδυνη. Διέκοψε τη δουλειά της για μήνες. Επέστρεψε όμως με πείσμα. «Επειτα από πέντε μήνες ξαναδούλεψα. Αρχισα να γράφω ένα βιβλίο. Ενιωθα ότι είχα κερδίσει τη ζωή μου πίσω». Μέχρι που ένα καλοκαίρι, στις διακοπές με την καλύτερή της φίλη, ψηλάφησε τυχαία ένα εξόγκωμα. «Πήραμε το πρώτο αεροπλάνο της επιστροφής. Δεν ήθελα να αφήσω τίποτα στην τύχη», θυμάται.
Ο υπέρηχος κρίθηκε ύποπτος. Ακολούθησε βιοψία. Λίγες ημέρες αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο. «Ο ογκολόγος μου είπε: “Ζωή, τα νέα δεν είναι καλά. Εχεις έναν πολύ επιθετικό καρκίνο. Με τις χημειοθεραπείες υπολογίζουμε περίπου δεκαοκτώ μήνες ζωής”».
Σκύβει για μια στιγμή το κεφάλι. «Μούδιασα. Ο,τι είχα κάνει για να το αποφύγω, ήταν μπροστά μου. Αναρωτιόμουν αν τελικά όλα ήταν προδιαγεγραμμένα».
Δεν παραδόθηκε, όμως. «Είπα στη φίλη μου: “Θα ζήσω αυτούς τους δεκαοκτώ μήνες. Θα τελειώσω το βιβλίο μου”. Δεν ήθελα να ζω σαν πεθαμένη. Θα πέθαινα μόνο όταν θα σταματούσα να αναπνέω». Και αποφάσισε να υποβληθεί σε νέο χειρουργείο. «Αφαίρεσα τα πάντα. Και τους λεμφαδένες. Ηθελα να εξαντλήσω κάθε πιθανότητα».
Το πιο δύσκολο, όμως, δεν ήταν το χειρουργείο. «Το δύσκολο είναι ο παρατατικός του “πεθαίνω”. Κάθε μέρα αποχαιρετούσα κάτι. Μια συνήθεια. Μια δυνατότητα. Εναν άνθρωπο. Αποχαιρέτησα τις κόρες μου. Εβλεπα τα μάτια τους και πίστευα ότι ήταν η τελευταία φορά».
Η ιστολογική εξέταση, όμως, καθυστερούσε. «Μου έλεγαν συνέχεια: “Δεν βρίσκουμε τον καρκίνο”. Περνούσαν εβδομάδες, μετά μήνες. Εγιναν εννέα παρακεντήσεις. Τίποτα». Κι όμως, εκείνη είχε ήδη πειστεί ότι πέθαινε. «Επεφτα το βράδυ για ύπνο και σκεφτόμουν την κηδεία μου. Πήγα και κουρεύτηκα γιατί περίμενα να πέσουν τα μαλλιά μου από τις χημειοθεραπείες. Εγραφα μανιωδώς. Ηθελα να αφήσω κάτι πίσω».
Η πρώτη αμφιβολία
Κάπου εκεί γεννήθηκε η πρώτη αμφιβολία. «Είπα: “Θέλω να δω το πλακάκι της βιοψίας”. Δεν μου το έδιναν. Επέμενα. Οταν τελικά εξετάστηκε αλλού, ο γιατρός παρατήρησε ότι ο ιστός γύρω από τον όγκο δεν ταίριαζε με τα δικά μου δεδομένα». Η υποψία έγινε βεβαιότητα όταν, έπειτα από εισαγγελική παρέμβαση, πραγματοποιήθηκε γενετική ταυτοποίηση. «Μου είπαν: “Ζωή, δεν έχεις καρκίνο. Το πλακάκι δεν είναι δικό σου”».
Δεν χαμογελά. «Δεν το πίστεψα. Μου πήρε έξι μήνες να μάθω ότι πεθαίνω. Και ξαφνικά μου έλεγαν ότι θα ζήσω; Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν μια άλλη γυναίκα. Πού είναι; Εχει εκείνη το δικό μου πλακάκι και νομίζει ότι είναι καλά;». Η φωνή της χαμηλώνει ακόμη περισσότερο. «Εχασα τη φωνή μου. Για δεκαπέντε ημέρες δεν μπορούσα να μιλήσω».
Μέχρι τότε είχε ήδη υποβληθεί σε τέσσερα μεγάλα χειρουργεία και τρεις ακόμη επεμβάσεις αποκατάστασης. «Περίμενα μία συγγνώμη. Μία μόνο. Δεν ήρθε ποτέ. Ούτε από γιατρό ούτε από νοσοκομείο».
Τη ρωτώ αν αισθάνθηκε ποτέ θυμό. «Οχι τον θυμό που φαντάζεσαι», απαντά σχεδόν αμέσως. «Περισσότερο ένιωσα μια βαθιά απογοήτευση. Περίμενα να εμφανιστεί έστω ένας άνθρωπος και να μου πει “κάναμε λάθος”. Να αναγνωρίσει ότι αυτό που συνέβη ήταν αδιανόητο. Οταν, όμως, δεν συμβαίνει ούτε αυτό, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι δεν παλεύεις μόνο με ένα λάθος. Παλεύεις με μια ολόκληρη νοοτροπία. Και τότε η διεκδίκηση παύει να είναι προσωπική υπόθεση. Γίνεται ευθύνη».
Την ακούω και σκέφτομαι ότι σε όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας δεν χρησιμοποίησε ούτε μία φορά τη λέξη «εκδίκηση». Μόνο τη λέξη «αλλαγή». Είναι μια λεπτομέρεια που ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί συνεχίζει να δίνει αυτή τη μάχη.
Η οργή της δεν αφορά μόνο τη δική της υπόθεση. «Το πιο τρομακτικό είναι ότι τα ίδια πρωτόκολλα συνεχίζουν να εφαρμόζονται. Αυτό δεν είναι ένα ανθρώπινο λάθος που απλώς συνέβη. Είναι ένα σύστημα που επιτρέπει να συμβεί. Και τα οικονομικά συστήματα δεν ζητούν συγγνώμη».
Στη διάρκεια της κουβέντας μας επανέρχεται πολλές φορές στη λέξη «μόνη». «Ο καρκίνος είναι από μόνος του μια μοναξιά. Εγώ όμως βρέθηκα διπλά μόνη. Πρώτα επειδή πίστευα ότι πεθαίνω και μετά επειδή έπρεπε να αποδείξω ότι δεν πέθαινα ποτέ».
Σήμερα βρίσκεται σε δικαστική διεκδίκηση, τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο. Οχι, όπως λέει, από εκδίκηση. «Θέλω να αλλάξει κάτι. Δεν θέλω άλλες γυναίκες μόνες σε αυτό. Οι 99 στις 100 στη θέση μου θα είχαν κάνει ορμονοθεραπεία χωρίς να έχουν τίποτα. Οταν είσαι απέναντι στον γιατρό, κρέμεσαι από τα χείλη του».
Η περιπέτειά της άλλαξε και την ίδια ως άνθρωπο και ως θεραπεύτρια. «Ζω πιο αργά. Πιο ουσιαστικά. Εχει αλλάξει η σχέση μου με το σώμα μου, αλλά και με τον εαυτό μου. Ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να κάνω μια απλή εξέταση αίματος. Φοβάμαι ότι ίσως εξεταστεί το αίμα κάποιου άλλου».
Λίγο πριν σηκωθούμε από το τραπέζι, μου μιλά για το βιβλίο της. Το ολοκλήρωσε πιστεύοντας ότι δεν θα προλάβει να γνωρίσει την εγγονή της. Τελικά της το αφιέρωσε. «Αν έβαζα ένα σύνθημα σε όλη αυτή την ιστορία», λέει, «θα ήταν ένα: όχι άλλες μόνες γυναίκες σε αυτό».
Ο καφές έχει τελειώσει εδώ και ώρα. Η κίνηση στα Εξάρχεια έχει πυκνώσει. Κλείνω το μαγνητοφωνάκι. Σηκωνόμαστε. Αγκαλιαζόμαστε σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Της υπόσχομαι ότι θα διαβάσω το βιβλίο της. Εκείνο που έγραψε για να μείνει πίσω όταν πίστευε πως ο χρόνος της είχε τελειώσει.
Φεύγοντας σκέφτομαι ότι, τελικά, η μεγαλύτερη πληγή που κουβαλά η Ζωή Γιαννακούρου δεν είναι οι ουλές των επεμβάσεων. Είναι οι δεκαοκτώ μήνες που της έκλεψαν από τη ζωή της. Δεκαοκτώ μήνες που έζησε πιστεύοντας ότι πέθαινε.



