Οι δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ότι η Μόσχα βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την Αγκυρα για το μέλλον των ρωσικών S-400 αναζωπύρωσαν τις συζητήσεις γύρω από ένα ζήτημα που επηρεάζει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά και τη στρατηγική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα σενάρια περί μεταβίβασης των συστημάτων σε τρίτη χώρα δημιουργούν νέα δεδομένα, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και την άρση των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA.
Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η επιλογή δεν είναι απλή. Η απόκτηση των S-400 αποτέλεσε κορυφαία πολιτική επιλογή, η οποία προβλήθηκε ως απόδειξη της στρατηγικής αυτονομίας της Τουρκίας. Η εγκατάλειψή τους θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως υποχώρηση απέναντι στις πιέσεις της Ουάσιγκτον. Από την άλλη πλευρά, η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 θα αναβάθμιζε ουσιαστικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες της τουρκικής αεροπορίας και θα επανέφερε την τουρκική αμυντική βιομηχανία σε ένα πρόγραμμα τεχνολογικής αιχμής.
Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τη στάση της Ρωσίας. Θα αποδεχόταν η Μόσχα μια εξέλιξη που θα επέτρεπε στην Τουρκία να αποκτήσει το πλέον προηγμένο δυτικό μαχητικό αεροσκάφος; Η απάντηση δεν είναι προφανής. Θεωρητικά, τα F-35 αποτελούν δυνητική απειλή και για τη Ρωσία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ παραμένει έντονη. Ωστόσο, η ρωσική στρατηγική χαρακτηρίζεται από πραγματισμό. Εάν η μεταβίβαση των S-400 γίνει με ρωσική συναίνεση, η Μόσχα ενδέχεται να εκτιμά ότι η διατήρηση των στενών σχέσεων με την Αγκυρα, η ενεργειακή συνεργασία και ο ιδιαίτερος ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ έχουν μεγαλύτερη αξία από τον κίνδυνο μελλοντικής απόκτησης F-35.
Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη θα απαιτούσε προσεκτική αξιολόγηση. Η Αθήνα διαθέτει σήμερα σαφές τεχνολογικό πλεονέκτημα με τα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και την προγραμματισμένη ένταξη των ελληνικών F-35. Αν όμως και η Τουρκία αποκτήσει το ίδιο αεροσκάφος, η ισορροπία θα μεταβληθεί και θα απαιτηθεί νέα προσαρμογή του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού, με έμφαση στα αντιαεροπορικά συστήματα, στις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και στη δικτυοκεντρική επιχειρησιακή λειτουργία.
Παράλληλα, το Ισραήλ θα παρακολουθήσει στενά τις εξελίξεις. Παρότι η στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει αδιαμφισβήτητη, το Τελ Αβίβ επιδιώκει διαχρονικά να διατηρεί το ποιοτικό στρατιωτικό του πλεονέκτημα στην περιοχή. Η ενίσχυση της τουρκικής αεροπορίας με F-35 θα αντιμετωπιστεί με επιφυλακτικότητα, ακόμη και αν συνοδευθεί από αμερικανικές εγγυήσεις υπέρ της ισραηλινής υπεροχής.
Η υπόθεση των S-400 αποδεικνύει ότι τα σύγχρονα οπλικά συστήματα αποτελούν πλέον εργαλεία γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης. Η τελική απόφαση της Αγκυρας δεν θα κριθεί μόνο από τα στρατιωτικά χαρακτηριστικά των πυραύλων ή των μαχητικών, αλλά κυρίως από το πώς ο Ερντογάν αντιλαμβάνεται τη θέση της Τουρκίας ανάμεσα στη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Η έκβαση αυτής της εξίσωσης θα επηρεάσει τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή για τα επόμενα χρόνια.
Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος είναι δρ Παντείου Πανεπιστημίου,
οθωμανολόγος – τουρκολόγος, δικηγόρος στον Αρειο Πάγο








