Ο Καρλ Μαρξ έγραψε κάποτε ότι η θεωρία γίνεται υλική δύναμη τη στιγμή που κατακτά τις μάζες. Οι σοβιετικοί ηγέτες υιοθέτησαν με ζήλο αυτή τη φράση και την εφάρμοσαν στο έπακρο, κατευθείαν προς την καταστροφή, ξανά και ξανά. Αν και οι στόχοι άλλαξαν, η λογική διακυβέρνησης παρέμεινε η ίδια· το Κρεμλίνο αποφασίζει πρώτα ποια θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα και στη συνέχεια εξαναγκάζει τους ανθρώπους, να συμμορφωθούν με το όραμά του, ανεξαρτήτως κόστους. Ο πόλεμος του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας και, αυτό το καλοκαίρι, το κόστος γίνεται πλέον αδύνατο να αγνοηθεί.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η Ουκρανία έχει αποκτήσει αξιοσημείωτη ικανότητα να κάνει τους Ρώσους να νιώθουν τις συνέπειες ενός πολέμου, που υποτίθεται ότι θα ήταν σύντομος και δεν θα τον βίωναν ποτέ. Αντί αυτού, ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη φτάνουν πλέον βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, πλήττοντας διυλιστήρια πετρελαίου, εργοστάσια και ενεργειακές υποδομές με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα. Οι «ρωγμές» αρχίζουν να γίνονται ορατές: ένα δημοσιονομικό έλλειμμα άνω των έξι τρισεκατομμυρίων ρουβλίων (83,5 δισ. δολάρια), πληθωρισμός στα ύψη και ουρές αυτοκινήτων στα βενζινάδικα, οι οποίες εκτείνονται κατά μήκος των δρόμων από τη Μόσχα έως το Βλαδιβοστόκ.
Η κυβέρνηση της Ουκρανίας έχει προτείνει επανειλημμένα μια ενεργειακή εκεχειρία: θα σταματήσει να πλήττει διυλιστήρια, εάν η Ρωσία σταματήσει να βομβαρδίζει τις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές. Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει παρουσιάσει τα αδιάκοπα πλήγματα, ως μέσο άσκησης πίεσης στον Πούτιν προς την κατεύθυνση της ειρήνης. Η λογική φαίνεται απλή: η λαϊκή απογοήτευση και το αυξανόμενο κόστος δημιουργούν σαφές κίνητρο για αποκλιμάκωση.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Πούτιν λειτουργεί με διαφορετική λογική. Δεν εισέβαλε στην Ουκρανία, για να λύσει κάποιο πρόβλημα, αλλά για να αποδείξει ότι μπορούσε να αναγκάσει τον Ζελένσκι και τη Δύση να αναγνωρίσουν τη δύναμη της Ρωσίας υπό τους δικούς του όρους. Εξαπέλυσε τον πόλεμό του στην Ουκρανία για να προβάλει ισχύ. Τυχόν τερματισμός του υπό πίεση θα σήμαινε ότι το κάνει από θέση αδυναμίας. Για έναν ηγέτη, η εξουσία του οποίου εδράζεται στη βία και τον φόβο, μια τέτοια έκβαση θα συνιστούσε υπαρξιακή απειλή.
Η πρόκληση, ωστόσο, υπερβαίνει την πολιτική επιβίωση του Πούτιν. Μια πραγματική ειρήνη θα απαιτούσε μια εντελώς διαφορετική Ρωσία, που θα έδινε ουσιαστικές απαντήσεις στους στρατιώτες που επιστρέφουν από το μέτωπο, θα προσέφερε μια στοιχειώδη εξήγηση – αν όχι μια συγγνώμη – , θα κατέβαλλε πολεμικές αποζημιώσεις στην Ουκρανία και θα έκανε ξανά άνοιγμα στον κόσμο, οικονομικό και διπλωματικό.
Το Κρεμλίνο κινείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια προς την αντίθετη κατεύθυνση, θεσπίζοντας εκατοντάδες περιοριστικούς νόμους που ρυθμίζουν τα πάντα, από τις επιχειρήσεις και την εκπαίδευση, έως το τι επιτρέπεται να διαβάζουν, να γράφουν και να παρακολουθούν οι Ρώσοι. Η ρήξη με τον πουτινισμό θα απαιτούσε μια πολιτική διευθέτηση της κλίμακας του 1956, όταν ο Χρουστσόφ αποκήρυξε την προσωπολατρία του Στάλιν. Κοντολογίς, για να τελειώσει ο πόλεμος, το καθεστώς Πούτιν θα έπρεπε να πάψει να είναι αυτό που είναι.
Απουσία αυτής της προοπτικής, απομένει μόνο μία ρεαλιστική ευκαιρία για μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων: η Σύνοδος Κορυφής των G20 τον Δεκέμβριο στο Μαϊάμι. Ο Πούτιν ίσως εξακολουθεί να υπολογίζει στις καλές σχέσεις του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, για την επίτευξη κάποιου είδους συμφωνίας. Αν όμως οι ΗΠΑ τον αγνοήσουν, όπως έκαναν όταν ο Πούτιν προσφέρθηκε να μεσολαβήσει στην ιρανική κρίση, η Ρωσία ενδέχεται να στραφεί στη λεγόμενη «πυρηνική επιλογή» – μια ακραία μορφή κλιμάκωσης – , για να επιβάλει την ειρήνη με τους δικούς της όρους.
Για τον Πούτιν, η νίκη αποτελεί τον μοναδικό σκοπό του πολέμου στην Ουκρανία. Οτιδήποτε λιγότερο θα αποκάλυπτε ότι οι τεράστιες ανθρώπινες και οικονομικές θυσίες που έχει αξιώσει από τους Ρώσους ήταν μάταιες, αφήνοντάς τον αντιμέτωπο με μια ήττα, που ούτε θέλει ούτε δύναται να αποδεχθεί.
Η Νίνα Χρούστσεβα, δισεγγονή του πρώην ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσόφ, είναι καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο New School της Νέας Υόρκης








