Η απόσταση του χρόνου διευκολύνει να δούμε καθαρά τη μεγάλη εικόνα: μακριά από την οργή και τη βία των πρώτων χρόνων της οικονομικής κρίσης, δεκαέξι χρόνια μετά, κάτι χρωστάμε ακόμα στα θύματα της Marfin. Για τις δολοφονίες του Επαμεινώνδα Τσάκαλη, της Παρασκευής Ζούλια και της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, που πέθαναν προσπαθώντας να πάρουν ανάσα, εγκλωβισμένοι σε ένα κτίριο χωρίς εξόδους διαφυγής που καιγόταν από ρήψη μολότοφ, δεν έχουν τιμωρηθεί ακόμα οι φυσικοί αυτουργοί.
Το χρέος της ελληνικής κοινωνίας, που αναγκάστηκε τότε να ρίξει μια αυστηρή ματιά στον καθρέφτη της, δεν έχει πληρωθεί.
Τον λόγο έχει πλέον η Δικαιοσύνη, που οφείλει να ελέγξει διεξοδικά και με κάθε λεπτομέρεια τα νέα ευρήματα της Ελληνικής Αστυνομίας, να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρει πια η τεχνολογία και να αποδώσει, εφόσον κρίνει πως βρέθηκαν οι ένοχοι, ποινές αντίστοιχες του εγκλήματος που συντελέστηκε στις 5 Μαΐου του 2010. Εστω κι αργά, λίγο προτού εκπνεύσει η εικοσαετία και το αδίκημα παραγραφεί. Η εκδίκηση είναι ένα καταστροφικό και τυφλό ένστικτο, ανάλογο με τη φονική διάθεση όσων δεν νοιάστηκαν αν θα καούν ζωντανοί οι εργαζόμενοι της τράπεζας εκείνο το απόγευμα – και σε αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο όσοι έβαλαν τη φωτιά. Η απόδοση της δικαιοσύνης δεν της μοιάζει καθόλου, γιατί δεν ξύνει πληγές, δεν προκαλεί μίση και πάθη· αποκαθιστά την ηθική τάξη, ανακουφίζει ένα συλλογικό τραύμα που παραμένει ανοιχτό και πιστοποιεί πως ο φόρος αίματος που πληρώθηκε τότε ήταν βαρύς και άδικος, γι’ αυτό δεν θα ξεχαστεί ποτέ.








