Τριάντα τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν χθες από την ημέρα της δολοφονίας του Θάνου Αξαρλιάν. Η ατυχία του εικοσάχρονου τότε Θάνου ήταν ότι οι τρομοκράτες της 17Ν, που προετοίμαζαν χτύπημα με ρουκέτα στο αυτοκίνητο του Γιάννη Παλαιοκρασσά, δεν είχαν την υπομονή για να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή. Το σχέδιό τους ήταν να πετύχουν τη στιγμή που το υπουργικό αυτοκίνητο του Παλαιοκρασσά θα περνούσε και δεν θα υπήρχε κόσμος τριγύρω.
Ήταν όμως Ιούλιος, η πόλη έλιωνε από τη ζέστη κι η οικογένεια ενός από αυτούς γκρίνιαζε που έμεναν στην Αθήνα και δεν είχαν φύγει ακόμη για διακοπές. Η πίεση των διακοπών ήταν καθημερινή και ο θεσμός της οικογένειας είναι για τους Ελληνες – ακόμη και τους τρομοκράτες – η υπέρτατη αξία. Έτσι, για χάρη των διακοπών (και του λαού, μην το ξεχνάμε…), έριξαν τη ρουκέτα και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Θάνος Αξαρλιάν δεν ξαναπήγε ποτέ διακοπές.
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι διακοπές, ως αξία και δικαίωμα, είναι ένας σοβαρός παράγοντας μέσα στη δυναμική του λεγόμενου ένοπλου αγώνα, όπως οι ίδιοι ονομάζουν το είδος της εγκληματικής δράσης στο οποίο επιδίδονται. Το ίδιο δεν έκαναν και οι συλληφθέντες για το έγκλημα της Marfin; Βάσει των διαρροών από τις διωκτικές Αρχές, μάθαμε ότι, αφού είχαν κάψει τρεις νέους εργαζόμενους, συν το έμβρυο της εγκύου, αμέσως μετά έφυγαν για διακοπές (στην Ικαρία, υποθέτω, γιατί εκεί βρίσκουν το υπόδειγμα της καλύτερης κοινωνίας).
Επομένως, αν οι διακοπές έχουν τόσο μεγάλη αξία στον κόσμο του ένοπλου αγώνα, τότε ίσως αυτό φωτίζει τα κίνητρα εκείνων των – όχι πολλών, ευτυχώς – αλληλέγγυων, που σπεύδουν να συμπαρασταθούν στους συλληφθέντες, όταν προσάγονται στα δικαστήρια, είτε πρόκειται για το έγκλημα της Μarfin είτε για τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα. Τους πονάει η αδικία που επιβάλλει στα συντρόφια τους (δική τους ορολογία) το αστικό κράτος-δολοφόνος και μάλιστα όταν οι διακοπές απέχουν μόλις μερικές μέρες.
Καταλαβαίνω ότι αυτός ο συλλογισμός ακούγεται βλακώδης και θα συμφωνήσω ότι είναι. Όμως τη βλακεία των αλληλέγγυων μόνο με βλακώδη μέσα μπορείς να την εξερευνήσεις…
Παραμένει
Λυπάμαι πολύ αν σας έχω μπερδέψει, αλλά έχω μπερδευτεί κι εγώ. Τελικά, το περιβόητο εκείνο e-mail του ανώνυμου καταδότη υπάρχει ή δεν υπάρχει; Μέχρι πριν από τρεις ημέρες υπήρχε, προχθές διαψεύστηκε, χθες όμως επανήλθε (από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων).
Το μυστήριο λοιπόν παραμένει. Εκείνο για το οποίο είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει είναι ο σοβαρός χειρισμός του θέματος από επικοινωνιακής πλευράς.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίεση των δημοσιογράφων θα είναι μεγάλη και αυτό δεν βοηθά τη διατήρηση ενός συνεκτικού αφηγήματος. Όμως, ασυζητητί μεγαλύτερη είναι η σπουδαιότητα της υπόθεσης. Όπως διαπιστώνουμε από όσους σπεύδουν να υπερασπιστούν την αθωότητα των συλληφθέντων, υπάρχει ένα μονίμως ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας, μετά τη χρεοκοπία και τα Μνημόνια, για το οποίο η χρεοκοπία ήταν η χαμένη ευκαιρία για την επανάσταση που θα αποσπούσε επιτέλους την Ελλάδα από τον μισητό κόσμο της Δύσης.
Φαίνεται ότι, για τους πιο παλαβούς της συγκεκριμένης κατηγορίας, το έγκλημα της Marfin κατέχει εμβληματική θέση στο έπος του αντιμνημονιακού αγώνα. Δεν θα ήθελαν λοιπόν την εξιχνίασή του, διότι αυτομάτως θα εξατμιστεί ο μύθος και το έγκλημα θα αποκαλυφθεί στις πραγματικές, τις στυγνές και αποκρουστικές διαστάσεις του. Νομίζω μάλιστα ότι αυτή η τάση, του ριζοσπαστισμού που δημιούργησε η κρίση της χρεοκοπίας, διαπιστώνεται και στις έρευνες της κοινής γνώμης.
Υπό το πρίσμα αυτό, είναι μεγάλο σφάλμα το επικοινωνιακό αλαλούμ στην ενημέρωση σχετικά με τις εξελίξεις στην εξιχνίαση του εγκλήματος της Marfin. Διευκολύνει την αμφισβήτηση της αστυνομικής έρευνας από τους κάθε είδους ανισόρροπους.
Θεωρητικά
Ο βουλευτής Χρήστος Γιαννούλης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν από τους πρώτους που εκδηλώθηκαν υπέρ του Καραμήτρου, μόλις είχε ανακοινωθεί η παρουσίαση στο «Παλλάς». Εφαγε την πόρτα κατάμουτρα – μαζί με πολλούς άλλους –, του πήρε καιρό να το συνειδητοποιήσει (δικαιολογημένα, νομίζω, γιατί πολλοί δεν είχαν καταλάβει ότι ο Καραμήτρος είναι αδίστακτος) και τώρα είναι από εκείνους που έχουν αποφασίσει να πάνε στον βυθό με το σαπιοκάραβο.
Το μείζον, δηλώνει ο κ. Γιαννούλης, δεν είναι να καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να φτιάξει ψηφοδέλτιο, αλλά να ανακτήσει την αξιοπιστία του ως κόμμα. Θεωρητικά, είναι σωστό. Στην πράξη όμως δεν υπάρχει κόμμα. Είναι, βλέπετε, οι κλασικοί προβληματισμοί της Αριστεράς, που γίνονται πάντα στα σύννεφα…








