Διαβάζω πλήθος αναρτήσεων στην κοινωνική δικτύωση, που εκτιμούν ότι οι συλλήψεις για τις δολοφονίες στη Marfin είναι ένα προεκλογικό τρικ. Η βασική θέση είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, απλώς επελέγησαν κάποια άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Θα τους φορτώσουν το έγκλημα και η κυβέρνηση θα δρέψει ψήφους. Είναι άραγε τόσο αφελείς, ώστε να στήσουν μια τόσο χοντροκομμένη επιχείρηση;

Όχι, θα σου απαντήσουν· απλώς είναι απελπισμένοι. Δεκτό· δεν αποκλείεται να είναι έτσι. Ωστόσο υπάρχει κάτι που αδυνατώ να καταλάβω. Πώς στήνονται αυτές οι δουλειές; Μία λογική διαδρομή θα ήταν η εξής: στο Μαξίμου αποφασίζουν να παίξουν το χαρτί της τρομοκρατίας. Βάζουν στο κόλπο τον Χρυσοχοΐδη. Εύκολο. Στη συνέχεια ο υπουργός πρέπει να μυήσει στην ιδέα τους επιτελείς της Αστυνομίας. Αυτοί με τη σειρά τους θα πρέπει να μεταφέρουν την εντολή σε κάποια εκτελεστικά κλιμάκια· όμως δεν είναι αρκετό.

Πρέπει να εμπλακούν και τα εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ., ώστε να κατασκευάσουν τα στοιχεία. Και αφού τα ετοιμάσουν, θα τα τυλίξουν σε ένα ωραίο πακέτο, για να τα δώσουν στη Δικαιοσύνη προκειμένου να εκδοθούν τα εντάλματα σύλληψης. Μένει τώρα να δούμε αν, κατά τις απολογίες των υπόπτων, ανακριτής και εισαγγελέας τσιμπήσουν το δόλωμα ή – διόλου απίθανο – μπουν κι αυτοί στον κύκλο της σκευωρίας.

Δεν ξέρω πόσοι ακριβώς διαχειρίστηκαν την υπόθεση αλλά, αν συμπεριλάβουμε και αυτούς που εργάζονται στα εγκληματολογικά εργαστήρια, μαζεύονται τουλάχιστον καμιά εικοσαριά άτομα. Η αλυσίδα ξεκινάει από τον Μητσοτάκη και τελειώνει σε αυτούς που θα υποδεχθούν τις απολογίες των υπόπτων. Αλλά εντάξει, ας πούμε ότι οι δικαστικοί μπορούν να εξαπατηθούν από χαλκευμένα στοιχεία. Και πάλι απαιτείται εμπλοκή πολλών.

Όμως αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε ζούμε σε ένα κράτος που δεν είναι απλώς διεφθαρμένο μέχρι το μεδούλι, αλλά χειραγωγείται από αλυσίδες επίορκων λειτουργών που εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Όλα είναι πιθανά. Η Ιστορία είναι γεμάτη από κρατικές σκευωρίες. Εκείνο που με δυσκολεύει είναι η κλίμακα. Όσο μεγαλώνει ο αριθμός των ανθρώπων που πρέπει να συμμετέχουν και να κρατούν το στόμα τους κλειστό, τόσο περισσότερο πατάμε στη σφαίρα του σεναρίου και όχι της πραγματικότητας.

Πόσο κάνει;

Το χαριτωμένο περιστατικό έλαβε χώρα στη Βουλή. Ο Μητσοτάκης ρωτάει τον Ανδρουλάκη πόσο θα κοστίσει η 13η σύνταξη που εξήγγειλε το ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρουλάκης τα χάνει· κουνάει ένα χαρτί που προτίθεται να καταθέσει στα πρακτικά. Ο Μητσοτάκης επιμένει, θέλει το ποσό. Στο τέλος ο Ανδρουλάκης μουρμουρίζει ένα νούμερο υποπολλαπλάσιο του κόστους, όπως προσδιορίζεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Αν ήταν ο Αλέξης στη θέση του, θα έκανε ρελάνς. Θα δεχόταν ότι το ποσό είναι υψηλό, αλλά θα τα έβρισκε από τη φορολόγηση των υπερκερδών και των τραπεζών – προς Θεού, όχι των εφοπλιστών. Ομως, ο Νίκος, που κατά βάθος ποτέ δεν ήθελε να γίνει Αλέξης όσο και αν το προσπάθησε, οφείλει να τσεκάρει πέντε νούμερα πριν πάει στη Βουλή. Εναλλακτικά, να κάνει πιο ουσιαστική τη λειτουργία του πρωινού καφέ.

Μία φαντασίωση

Ο βαθμός οικειότητας που έχουμε αναπτύξει, μου επιτρέπει να σας εξομολογηθώ μία τολμηρή φαντασίωσή μου. Μην τρομάζετε, το περιεχόμενό της απλώνεται στον χώρο του θεάματος. Αναλαμβάνει ο Παύλος Πολάκης τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έχει σημασία αν θα είναι πρόεδρος του κόμματος ή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας· ας είναι ό,τι αποφασίσουν – αρκεί να ηγείται. Αυτομάτως οι συζητήσεις σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών αναβαθμίζονται σε βαθμό που το Βέγκας ζηλεύει το Σύνταγμα. Καλό, αλλά ονειρεύομαι κάτι ακόμα καλύτερο. Το προεκλογικό τηλεοπτικό debate. Μητσοτάκης, Ανδρουλάκης, Πολάκης, Ζωή, Κουτσούμπας και Νατσιός. Ναι, το ξέρω ότι θα θέλατε και Αλέξη και κυρία Μαρία, αλλά δυστυχώς οι κανόνες προβλέπουν μόνο κόμματα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Όμως και το Πολάκης – Ζωή αρκεί για να δώσει στην πολιτική σκηνή αυτό που οι λάτρεις του θεάματος ποθούν: μπρίο, ένταση και το στοιχείο της φάρσας, που έρχεται και σκεπάζει το δράμα. Με τον Παύλο, λοιπόν! Συγγνώμη Ρένα…

O star της ημέρας

Τζιάνι Ινφαντίνο. Ο πρόεδρος της FIFA. Aπό τη μία είναι το ρουσφέτι που έκανε στον Τραμπ. Από την άλλη η γκρίνια για διαιτητικές αποφάσεις και «σπρώξιμο» των μεγάλων, όπως η Αγγλία και η Αργεντινή – συγγνώμη, αλλά για την Αργεντινή δεν το δέχομαι. Εχει ιταλική και ελβετική υπηκοότητα· μιλάει επτά γλώσσες. Και μετέτρεψε το Μουντιάλ σε πληθωρικό υπερθέαμα. Τον θαυμάζουμε ή τον μισούμε; Γιατί όχι και τα δύο;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail