Το τελευταίο διάστημα έτυχε να βρεθώ με διαφορά λίγων εβδομάδων σε δύο πρωτεύουσες της άλλοτε δυτικής και άλλοτε ανατολικής Ευρώπης, το Παρίσι και τη Βαρσοβία. Και ισχυρίζομαι ότι διέκρινα στην ατμόσφαιρα μια μεγάλη διαφορά μεταξύ τους, που δεν αφορά τόσο το παρελθόν, όσο το μέλλον. Η παρατήρηση είναι εν πολλοίς αυθαίρετη. Μπορεί επίσης να είναι ανακριβής. Ας την καταθέσω όμως κι ας την πάρει το ποτάμι.
Το Παρίσι είναι φυσικά πάντα υπέροχο και οι δρόμοι γύρω από τη Σορβόννη εξακολουθούν «να δοξάζουν τον Ντεκάρτ και τον Αύγουστο Κοντ», όπως γράφει ο Τζορτζ Στάινερ στην «Ιδέα της Ευρώπης» (εκδ. Δώμα, μτφρ. Θάνου Σαμαρτζή). Οπως και οι περισσότερες δυτικές πρωτεύουσες, όμως, μοιάζει να βρίσκεται σε σύγχυση, σαν να ζει ένα τέλος εποχής. Το χειρότερο είναι ότι για κάποιους ακατανόητους, ή όχι και τόσο ακατανόητους, λόγους ετοιμάζεται να θυσιάσει τις κατακτήσεις αιώνων, παραδίδοντας τα ηνία σε έναν ακραίας ιδεολογίας 30χρονο πολιτικό. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι αρχίζουν να ακούγονται φωνές στην Ευρώπη που λένε ότι ο Μπαρντελά ίσως να αποδειχθεί τελικά όχι και τόσο κακός, δεν βλέπετε πώς μας διέψευσε ευχάριστα η Μελόνι;
Η Βαρσοβία, αντιθέτως, μου φάνηκε πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Το βάρος της Ιστορίας, φυσικά, δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από «το θαύμα μαστοροσύνης και εκούσιας αναθύμησης», όπως χαρακτηρίζει στο ίδιο βιβλίο ο Στάινερ τη «χιλιοστό προς χιλιοστό αποκατάσταση των παλιών συνοικιών σύμφωνα με τοπογραφικά σχέδια του 18ου αιώνα». Η πόλωση στη χώρα παραμένει ισχυρή, όπως δείχνει και η διαρκής αντιπαράθεση μεταξύ προέδρου και πρωθυπουργού. Ομως οι πολίτες της μοιάζει να έχουν ξεπεράσει τη μετακομμουνιστική αμηχανία, να έχουν καταλήξει ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους και να χαράσσουν έτσι με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη το μέλλον τους.
Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους διαπιστώνουμε, έτσι, ότι η δημοκρατία απειλείται περισσότερο, ή έστω πιο άμεσα, στη Γαλλία, στη Βρετανία ή στη Γερμανία παρά στην Πολωνία, στη Βαλτική ή – τι περίεργο! – στην Ουγγαρία. Σαν να πέρασαν οι Ανατολικοί τη φάση της αμφισβήτησής της και να καταλαβαίνουν πλέον καλύτερα από τους Δυτικούς πόσο πολύτιμη είναι. Σαν να μην έχουν συνειδητοποιήσει οι πολίτες των ανεπτυγμένων δημοκρατιών ότι, όπως γράφει στο τελευταίο Project Syndicate Quarterly η καθηγήτρια στο Πρίνστον Κιμ Λέιν Σέπελε, οι αυταρχικοί ηγέτες δεν έρχονται πλέον στα πράγματα με τα τανκς, αλλά με εκλογές, για να αλλάξουν στη συνέχεια τους κανόνες και να τοποθετήσουν δικούς τους ανθρώπους σε καίριες θέσεις ώστε να διατηρήσουν την εξουσία τους.
Πάντα εκκεντρικοί, πάντα μια κατηγορία μόνοι τους, οι Ελληνες δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι ανησυχούν για τους θεσμούς, γνωρίζουν ποιοι τους υπονομεύουν, αλλά λένε να τους δώσουν ακόμη μια ευκαιρία. Σε αντίθεση με τους Γάλλους, βέβαια, έχουν ελαφρυντικά.








