Η Γαλλία παρουσιάζεται συχνά ως η κοιτίδα του Διαφωτισμού, της κοσμικότητας και της δημοκρατικής αυτοπεποίθησης. Τα τελευταία χρόνια, όμως, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με μια χώρα που βλέπει τα προβλήματα να γιγαντώνονται και επιλέγει, απ’ ό,τι φαίνεται, να τα καταγράφει αντί να τα λύνει.
Το πρόσφατο άρθρο στο Journal du Dimanche για το «χαμένο ραντεβού της Δημοκρατίας» δεν αναφέρεται απλώς στην αύξηση των πράξεων θρησκευτικού μίσους. Αναδεικνύει μια βαθύτερη κρίση: την αδυναμία της Γαλλικής Δημοκρατίας να υπερασπιστεί με αποφασιστικότητα τις ίδιες τις αρχές της.
Τα στοιχεία είναι ανησυχητικά. Σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές, το 2024 σημειώθηκαν περισσότερες από 1.500 αντισημιτικές ενέργειες στη Γαλλία, αριθμός που παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Παρά το γεγονός ότι οι Εβραίοι αποτελούν λιγότερο από το 1% του πληθυσμού, παραμένουν μακράν τα συχνότερα θύματα θρησκευτικού μίσους.
Πολλές από τις σοβαρότερες αντισημιτικές επιθέσεις των τελευταίων ετών έχουν συνδεθεί από τις γαλλικές αρχές με την ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση και τον θρησκευτικό φανατισμό, ένα γεγονός που μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος δείχνει απρόθυμο να συζητήσει ανοιχτά.
Η αμηχανία αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής, αν αναλογιστεί κανείς ότι στη Γαλλία συνυπάρχουν η μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα της Ευρώπης, περίπου 450.000 άνθρωποι και η μεγαλύτερη μουσουλμανική κοινότητα της ηπείρου, που εκτιμάται σε περισσότερα από 6 εκατομμύρια άτομα. Οταν η αύξηση του αντισημιτισμού μετατρέπεται σε μόνιμο στοιχείο της δημόσιας ζωής, το πρόβλημα παύει να είναι περιθωριακό. Γίνεται πολιτικό, κοινωνικό και βαθιά δημοκρατικό.
Κι όμως, η δημόσια συζήτηση συχνά μοιάζει να περιστρέφεται περισσότερο γύρω από τις λέξεις παρά γύρω από τα γεγονότα. Η πολιτική τάξη δείχνει να φοβάται ότι οποιαδήποτε συζήτηση για θρησκευτικό φανατισμό, αποτυχημένη ενσωμάτωση ή ριζοσπαστικοποίηση θα οδηγήσει αυτομάτως σε κατηγορίες περί ρατσισμού ή ξενοφοβίας. Ετσι, αντί να αντιμετωπίζονται οι αιτίες, περιοριζόμαστε στις διαπιστώσεις.
Το μεγάλο πρόβλημα της Γαλλίας δεν είναι ότι αγνοεί τα γεγονότα. Είναι ότι διστάζει να εξαγάγει τα συμπεράσματα. Εδώ και χρόνια καταγράφει επιθέσεις και ενισχύει τα μέτρα ασφαλείας γύρω από συναγωγές και εβραϊκά σχολεία, χωρίς να αναμετριέται ουσιαστικά με το κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο που επιτρέπει στο φαινόμενο να αναπαράγεται. Η πολιτική ορθότητα, που αρχικά λειτούργησε ως εργαλείο κοινωνικής ειρήνης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε άλλοθι αδράνειας.
Ο αντισημιτισμός δεν είναι απλώς μια απειλή για τους Εβραίους της Γαλλίας. Είναι δείκτης της υγείας της ίδιας της Δημοκρατίας. Οταν μια κοινωνία αδυνατεί να προστατεύσει μια μειονότητα από το μίσος, αργά ή γρήγορα θα δυσκολευτεί να προστατεύσει και τις υπόλοιπες.
Η Γαλλία χρειάζεται λιγότερη αμηχανία και περισσότερη αποφασιστικότητα. Αλλιώς, η πολιτική αδράνεια θα συνεχίσει να τροφοδοτεί τα άκρα. Η άνοδος της Μαρίν Λεπέν δεν είναι άσχετη με την αίσθηση ότι το πολιτικό κατεστημένο αδυνατεί να απαντήσει σε ζητήματα ασφάλειας, ενσωμάτωσης και κοινωνικής συνοχής.
Μια δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τους φανατικούς. Κινδυνεύει και από εκείνους που βλέπουν τον φανατισμό να μεγαλώνει, αλλά διστάζουν να τον αντιμετωπίσουν. Η Γαλλία δεν καλείται πλέον να διαπιστώσει το πρόβλημα. Καλείται να το αντιμετωπίσει άμεσα.
Ο Αναστάσιος Καράμπαμπας είναι ιστορικός-πολιτικός αναλυτής.








