Οι «κακοί», από άποψη δημοκρατίας, δεν κερδίζουν πάντα, αλλά κερδίζουν ακόμα και όταν δεν κερδίζουν. Αυτό είναι το πνεύμα, και η συνέπεια, της «εποχής του Τραμπ», στην οποία έχει εγκλωβιστεί, αναπότρεπτα όσο και ακούσια, ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Ο Μάιος δεν ήταν ευνοϊκός για τον ίδιο τον Τραμπ, που ξεγυμνώθηκε τελείως στον πόλεμο με το Ιράν, χάνει διαρκώς ερείσματα στην αμερικανική κοινωνία – αλλά μετά την αποχώρηση από το ταμείο –, δέχεται το ένα δικαστικό χαστούκι μετά το άλλο. Δεν ήταν ευνοϊκός ούτε για τον Πούτιν, που, παρά την ανθρωποθυσία (ενάμισι εκατομμύριο νεκροί και τραυματίες), σχεδόν δεν προχωρά στο ουκρανικό μέτωπο και βρίσκεται στο στόχαστρο μιας αναγεννημένης, πλέον με χρηματοδότηση μόνο των Ευρωπαίων, πολεμικής μηχανής. Ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα για ακολούθους τους, όπως ο Ορμπαν, που, έχοντας χάσει τις εκλογές, θεωρητικά επιτρέπει στη χώρα του να αλλάξει σελίδα. Στο μεταξύ, όμως, το πνεύμα του αυταρχισμού έχει ήδη σε τέτοιο βαθμό διαμορφώσει το συλλογικό «βιβλίο», που όλα έχουν καταστεί πιο δύσκολα και σκοτεινά: όπως συνέβη και με την πολιτειακή αλλαγή του 2023 στην Πολωνία, οι θεσμοί έχουν διαβρωθεί και οι πολίτες εθιστεί στις ανέφικτες υποσχέσεις των λαϊκιστών – δεξιών ή αριστερών – για «καλύτερες μέρες» με το πάτημα ενός κουμπιού.
Και τα δύο στοιχεία – διάβρωση των θεσμών ως το μεδούλι και αφομοίωση της διάβρωσης εκ μέρους των κοινωνικών σωμάτων – έχουν δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα κατ’ επίφαση δημοκρατίας με αυτοκτονικές τάσεις. Διεξάγονται εκλογές αλλά με εκβιαστικούς και γενεσιουργούς βίας ή παρανομίας όρους – ο Τραμπ εκλέγεται ακριβώς χάρη στην εξώθηση στη βία, Πούτιν και Ερντογάν αποφασίζουν οι ίδιοι ποιον αντίπαλο θα «νικήσουν». Ο νικητής, μη έχοντας κρύψει τις προθέσεις του, χρησιμοποιεί εξίσου ανοιχτά την εξουσία ως μέσο καταπίεσης, επιβολής μιας «τάξης» που υπακούει μόνο στον ίδιο και προσπορισμού προσωπικού οφέλους, αδιαφορώντας για κάθε είδους ηθική αρχή ή «κοινό καλό». Ο κυνισμός της εξουσίας βρίσκει, παρά κάποιες αντιδράσεις και αντιστάσεις, μιμητές στην κοινωνία και κυρίως διαβρώνει, με καθοριστική βοήθεια των νέων τεχνολογιών, τις συνήθειες και τη νοοτροπία των πολιτών, ακόμα και εκείνων που αντιδρούν. Ο φαύλος κύκλος ολοκληρώνεται με τη μετατροπή μιας κυνικής πολιτικής τάξης και μιας κυνικής κοινωνίας σε σώματα χωρίς έρμα και χωρίς ελπίδα, παραδομένα στην απογοήτευση και ευεπίφορα στο γήτεμα παλιών και νέων λαϊκιστών, παρά την επίγνωση του αδιεξόδου στο οποίο οδηγούν.
Στον αυτοεγκλωβισμό συντελεί η εξάπλωση τέτοιων πρακτικών αφενός εντός των «αντιλαϊκιστικών» πολιτικών δυνάμεων και αφετέρου σε άλλες, πλην της πολιτικής, εκδηλώσεις του συλλογικού βίου. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικής αυτοκτονίας των «δημοκρατικών δυνάμεων» αποτελεί η Μεγάλη Βρετανία, όπου ένας κατά τεκμήριο σοβαρός πρωθυπουργός έχει χάσει εντελώς τον έλεγχο και ανοίγει τον δρόμο στις πιο ακραία εθνικιστικές εκδοχές εξουσίας, ενώ ο εκλογικά πιο πετυχημένος προκάτοχός του, ο Τόνι Μπλερ, εμφανίζεται ξαφνικά με τραμπική, αντιπεριβαλλοντική και νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Ρίσκο, και μάλιστα κάθε μέρα μεγαλύτερο, κοινωνικού αυτοχειριασμού εμφανίζει και η χώρα μας, παρά τη θρυλική – με τελευταίο σταθμό τα Μνημόνια – αντοχή της και τη σχετική, αλλά όχι δίκαια κατανεμημένη, μακροοικονομική της βελτίωση. Το πνεύμα της εποχής συμβάλλει αλλά δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για τη φωνακλάδικη, οργίλη, εχθροπαθή, αδιέξοδη έκφραση πολλών έναντι ενός «συστήματος» που δεν ξεπήδησε από το πουθενά και που τίποτα, αν το θελήσουμε, δεν καθιστά αμετακίνητο.








