Το ελληνικό καλοκαίρι κατέχει ξεχωριστή θέση στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Ομως, το κόστος μετατρέπει ακόμη και μία εβδομάδα διακοπών σε μία δύσκολη οικονομική εξίσωση για τη μέση ελληνική οικογένεια. Με λίγα λόγια: τη στιγμή που άνθρωποι από όλο τον κόσμο επιθυμούν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα για να απολαύσουν τη μοναδικότητά της, οι ίδιοι οι Ελληνες που θεωρητικά τα έχουν όλα πιο… κοντά τους, στην πλειονότητά τους θα δυσκολευτούν να απολαύσουν τις ομορφιές που προσφέρει η πατρίδα τους.

Το σίγουρο είναι ότι, καθώς το καλοκαίρι του 2026 έχει πλέον ξεκινήσει και επισήμως, τα σχέδια για τις διακοπές βρίσκονται στο τελικό τους στάδιο και οι πρώτες μεγάλες έξοδοι βρίσκονται προ των πυλών. Ενώ, όμως, οι αναζητήσεις για ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καταλύματα, οδικά ταξίδια και οικονομικούς προορισμούς έχουν ήδη κορυφωθεί, το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: «Μπορεί τελικά ο μέσος Ελληνας να κάνει αξιοπρεπείς διακοπές στη χώρα του;».

«ΤΑ ΝΕΑ» πραγματοποίησαν έρευνα αγοράς, καταγράφοντας το κόστος μετακίνησης προς δημοφιλείς νησιωτικούς και ηπειρωτικούς προορισμούς, τις τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων (όχι των αεροπορικών), το ύψος των διοδίων και της βενζίνης, αλλά και την εικόνα που διαμορφώνεται αναφορικά με τις τιμές για τα καταλύματα σε ενδεικτικές περιοχές. Μας μίλησαν ξενοδόχοι, εκπρόσωποι τουριστικών φορέων και επιχειρηματίες του κλάδου, μεταφέροντας την εικόνα της φετινής σεζόν αλλά και την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι ταξιδιώτες, οι οποίοι αναζητούν πλέον πιο οικονομικές λύσεις, ενώ αναγκαστικά περιορίζουν τη διάρκεια των διακοπών τους.

Εύβοια – Πελοπόννησος

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι υψηλές τιμές στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια έχουν στρέψει μεγάλο μέρος των Ελλήνων προς προορισμούς στους οποίους το συνολικό κόστος παραμένει πιο βατό και διαχειρίσιμο. Πρόκειται για μια διαπίστωση με την οποία συμφωνούν οι περισσότεροι επαγγελματίες του τουρισμού: το φετινό καλοκαίρι, σημειώνουν, χαρακτηρίζεται από μια σαφή μετατόπιση των ελλήνων ταξιδιωτών προς πιο οικονομικές επιλογές, μικρότερες διάρκειες διαμονής και προορισμούς που μπορούν να προσεγγιστούν οδικώς.

Σε αυτό το φόντο, δείχνουν να κερδίζουν έδαφος περιοχές στην Εύβοια και την Πελοπόννησο, όπως επίσης στο Ιόνιο, που εξακολουθεί να θεωρείται πιο οικονομική επιλογή σε σχέση με τις Κυκλάδες και την Κρήτη, κυρίως λόγω των μικρότερων αποστάσεων από την ηπειρωτική χώρα.

Η πρόεδρος Ξενοδόχων Εύβοιας και Σκύρου Αννα Κουτσούπη το επιβεβαιώνει: «Η εικόνα των προκρατήσεων είναι αρκετά καλή και για την Εύβοια και για τη Σκύρο. Είναι προσιτοί προορισμοί και απευθύνονται κατά κύριο λόγο στο ελληνικό κοινό. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Εύβοιας είναι ότι, αν και νησί, μπορεί να έρθει κανείς και οδικώς. Είμαστε και κοντά στο αεροδρόμιο “Ελ. Βενιζέλος” και μπορεί να έρθει εύκολα κόσμος και από το εξωτερικό. Είναι ένα νησί που τα έχει όλα, έχει σε πολύ κοντινή απόσταση και βουνό και θάλασσα, έχει αρκετά προσιτές τιμές, εξαιρετική γαστρονομία, φύση, θρησκευτικά και πολιτιστικά μνημεία και φυσικά αυθεντική φιλοξενία».

Και συνεχίζει: «Η Σκύρος, επίσης, είναι ένα μοναδικό μέρος. Η εικόνα των κρατήσεων είναι καλή με μία πολύ μικρή αύξηση σε σχέση με πέρυσι. Οι τιμές κινούνται ανάλογα με το κατάλυμα και την περιοχή: το δίκλινο ξεκινά από 60 ευρώ και μπορεί να αγγίξει και τριψήφια ή και τετραψήφια νούμερα, ανάλογα με το τι θα επιλέξει κανείς. Οι κρατήσεις δείχνουν θετικά αποτελέσματα, ότι θα έχουμε μια καλή χρονιά».

Αντίστοιχα, η Πελοπόννησος εμφανίζει αυξημένη ζήτηση από έλληνες ταξιδιώτες που επιθυμούν να αποφύγουν τα ακριβά ακτοπλοϊκά. Ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Νομού Μεσσηνίας Δημήτρης Καραλής τονίζει: «Αναμένουμε το καλοκαίρι για να προσφέρουμε κυρίως στους έλληνες επισκέπτες μία καλή διαμονή στα ξενοδοχεία μας ώστε να απολαύσουν τις εμπειρίες που προσφέρει η περιοχή της Μεσσηνίας, αλλά και όλης της Πελοποννήσου. Υπάρχουν ακόμη κενά δωμάτια και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η περιοχή μας συγκαταλέγεται στους οικονομικούς προορισμούς. Μπορούν να βρουν ένα δίκλινο δωμάτιο με πρωινό από 75 έως 150-200 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία».

Βαρύς ο λογαριασμός για μία εβδομάδα διακοπών

Ο λογαριασμός για τις διακοπές το καλοκαίρι του 2026 παραμένει εξαιρετικά υψηλός, ειδικά σε σύγκριση με το πορτοφόλι του μέσου Ελληνα.

Για του λόγου το αληθές, ένα ζευγάρι που θα επιλέξει νησιωτικό προορισμό, θα διαπιστώσει πως το συνολικό κόστος μετακίνησης και διαμονής για μία εβδομάδα ξεκινά περίπου από τα 1.000 – 1.300 ευρώ και μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τα 1.800, ανάλογα με το νησί και την περίοδο. Σε αυτά τα ποσά, πρέπει να προστεθούν τα καθημερινά έξοδα για φαγητό, καφέ, ποτά, ξαπλώστρες, μετακινήσεις και λοιπές δραστηριότητες, τα οποία υπολογίζονται (μετριοπαθώς) στα 80 – 120 ευρώ ημερησίως. Συνεπώς, το τελικό κόστος για ένα ζευγάρι μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 2.300 ευρώ.

Για μία τετραμελή οικογένεια, το συνολικό ποσό μετακίνησης και διαμονής ξεκινά περίπου από τα 1.500 – 1.800 ευρώ και σε αρκετές περιπτώσεις τα ξεπερνά, ιδιαίτερα σε δημοφιλείς νησιωτικούς προορισμούς. Εάν συνυπολογιστούν τα καθημερινά έξοδα, 100 – 150 ευρώ ημερησίως, το συνολικό ποσό φτάνει, μετριοπαθώς, τα 2.500 – 3.000 ευρώ.

Αντίστοιχα, στους χερσαίους προορισμούς το συνολικό κόστος εμφανίζεται πιο διαχειρίσιμο για τα ελληνικά νοικοκυριά. Για ένα ζευγάρι, το κόστος μετακίνησης και διαμονής για μία εβδομάδα κυμαίνεται περίπου από 650 έως 1.000 ευρώ, ενώ μαζί με τα καθημερινά έξοδα το τελικό ποσό μπορεί να φτάσει τα 1.200 – 1.700 ευρώ.

Για μία τετραμελή οικογένεια, το κόστος για μετακίνηση και διαμονή σε χερσαίο προορισμό διαμορφώνεται κατά μέσο όρο από 900 έως 1.400 ευρώ, ενώ με τα υπόλοιπα καθημερινά έξοδα το συνολικό ποσό φτάνει ή ξεπερνά τα 2.000 ευρώ – παραμένοντας, πάντως, αισθητά χαμηλότερο σε σχέση με τους περισσότερους νησιωτικούς προορισμούς.

Οι τρεις ανελαστικές παράμετροι

Οι τρεις βασικές και ανελαστικές παράμετροι που καθορίζουν το κόστος των διακοπών – με δεδομένο ότι διατροφή και διασκέδαση μπορούν να «προσαρμοστούν» – έχουν να κάνουν με τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια για τα νησιά, τα καύσιμα για τους χερσαίους προορισμούς και τη διαμονή σε κατάλυμα.

Ακτοπλοϊκά

Ονομαστικά, τα στοιχεία δείχνουν πως οι τιμές προς τους περισσότερους νησιωτικούς προορισμούς έχουν μείνει περίπου σταθερές σε σύγκριση με το 2025. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες, ωστόσο, επισημαίνουν μια «παγίδα»: Η πλειοψηφία των εταιρειών έχουν καταργήσει τις περισσότερες προσφορές που ίσχυαν πέρυσι, με συνέπεια η τελική επιβάρυνση για τους ταξιδιώτες να είναι σαφώς μεγαλύτερη – από 5% μέχρι και 20%. Εξαίρεση, για την ώρα, αποτελούν τα δρομολόγια προς Κρήτη, στα οποία η τελική τιμή έχει παραμείνει πρακτικά αμετάβλητη.

Πάντως, το Παρατηρητήριο Τιμών Ναύλων Ακτοπλοϊκών Μεταφορών, που δημιουργήθηκε για να καταγράφει τις τιμές των εισιτηρίων, παραμένει εκτός λειτουργίας.

Καύσιμα

Στην «εξίσωση» των διακοπών που αφορούν χερσαίους προορισμούς έχει προστεθεί φέτος ένας επιβαρυντικός παράγοντας: η άνοδος στην τιμή των καυσίμων, που βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις διεθνώς.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων παραμένει κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ σε αρκετούς τουριστικούς προορισμούς, ακόμη και χερσαίους, ξεπερνά τα 2,30 ή και τα 2,50 ευρώ. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, η αύξηση κυμαίνεται περίπου από 0,15 έως 0,20 ευρώ ανά λίτρο, κάτι που επιβαρύνει σημαντικά τα οδικά ταξίδια και το συνολικό κόστος μετακίνησης των οικογενειών.

Διαμονή

Αν και τα λειτουργικά έξοδα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων έχουν αυξηθεί, κυρίως λόγω ενέργειας, η γενική εικόνα που μεταφέρουν οι επαγγελματίες του τουρισμού είναι ότι οι τιμές των καταλυμάτων παραμένουν, σε γενικές γραμμές, στα ίδια επίπεδα. Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι η αγορά δυσκολεύεται να απορροφήσει νέες μεγάλες αυξήσεις, καθώς ήδη μεγάλο μέρος των Ελλήνων περιορίζει τη διάρκεια των διακοπών του.

«Η χρονιά ξεκίνησε καλά, με την αρχή του πολέμου να δημιουργεί μια στασιμότητα στις κρατήσεις και ένα φρενάρισμα στον όγκο κρατήσεων σε σχέση με αυτό που αναμέναμε. Πλέον, είδαμε και δύο μήνες που ήταν αρνητικοί όσον αφορά τις πληρότητες σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές. Από τον Μάιο και μετά αρχίζουμε και βλέπουμε μια ανάκαμψη και ελπίζουμε αυτό να κρατήσει» αναφέρει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Αθηνών, Αττικής και Αργοσαρωνικού Ευγένιος Βασιλικός.

Θρησκευτικός τουρισμός: Η ανθρωπογεωγραφία και οι προκλήσεις για το μέλλον

Του Γιώργου Σχοινά

Ως μια αναδυόμενη δραστηριότητα στην Ελλάδα και διεθνώς περιγράφεται ο θρησκευτικός τουρισμός, την ίδια ώρα που στη χώρα μας δεν υπάρχουν ακριβή δεδομένα για να «σκιαγραφήσουμε» τον τουρίστα-προσκυνητή. Οπως σημειώνουν οι ειδικοί, μόνο εκτιμήσεις υπάρχουν για τις τάσεις, δηλαδή για το πόσοι, από πού και με τι κίνητρα επιλέγουν αυτόν τον «τουρισμό ειδικού ενδιαφέροντος».

Οπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» η δρ Πολυξένη Μοίρα, καθηγήτρια στο Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, είναι σημαντικό να θέσουμε το κατάλληλο πλαίσιο όσον αφορά το κίνητρο. «Είναι διαφορετικό κάποιος να ταξιδεύει ως πιστός για να πάει συγκεκριμένα σε ένα προσκύνημα και είναι διαφορετικό κάποιος να ταξιδεύει σε περιοχές με θρησκευτικό ενδιαφέρον για να δει τα πολιτισμικά αγαθά» λέει. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης αναφέρει την αυξανόμενη άφιξη Κινέζων στα Μετέωρα, κάτι που έχει οδηγήσει τους μοναχούς να βάζουν πινακίδες μέχρι και στα… κινεζικά.

Σύμφωνα με την ίδια, λόγω αυτής της «ασάφειας» στο κίνητρο, υπάρχει δυσκολία και στην καταγραφή. «Δεν γνωρίζουμε το κοινό μας και έτσι δυσκολεύει τη χάραξη πολιτικής» τονίζει. Προσθέτει δε πως στο εξωτερικό είναι σύνηθες στους χώρους λατρείας να καταγράφονται και τα κίνητρα των επισκεπτών ώστε να μπορούν να έχουν ακριβή στοιχεία. Επειτα, υπάρχουν ξεχωριστές είσοδοι για τους πιστούς και για τους επισκέπτες, «προστατεύοντας» έτσι τόσο την τουριστική όσο και τη θρησκευτική λειτουργία ενός τόπου λατρείας.

Η γεωπολιτική πλευρά

Ενας προορισμός που παραμένει «ναυαρχίδα» είναι, φυσικά, το Άγιον Ορος. Πρόσφατη διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής έδειξε ότι περίπου το 90% των επισκεπτών αυτοπροσδιορίζονται ως προσκυνητές. Αυτό που έχει παρατηρηθεί ωστόσο τα τελευταία χρόνια είναι η μεταβολή της εθνικής σύνθεσης όσων φτάνουν. Οπως λέει στα «ΝΕΑ» ο Ηλίας Ευαγγέλου, πρόεδρος του Τμήματος Θεολογικής ΑΠΘ, μέχρι πριν από το 2022 η συντριπτική πλειοψηφία των επισκεπτών στην Ιερά Πολιτεία ήταν Ρώσοι και Ουκρανοί. «Τώρα, με τον πόλεμο, πρώτοι είναι οι Ρουμάνοι και δευτερευόντως Σέρβοι και Βούλγαροι» σημειώνει.

Οι Βαλκάνιοι φαίνεται να έχουν την πρωτιά σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, αλλά δεν είναι μόνοι. Σύμφωνα με τον Ηλία Ευαγγέλου, πολλοί προτεστάντες από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ επιλέγουν το Ιερό Βαπτιστήριο της Αγίας Λυδίας της Φιλιππησίας, κοντά στην Καβάλα. «Πολλοί προτεστάντες έρχονται για να βαφτιστούν, ανακαλώντας τη βάφτιση της Λυδίας, που θεωρείται η πρώτη ευρωπαία χριστιανή».

Πέρα από τους «κλασικούς» θρησκευτικούς προορισμούς, όπως τα Μετέωρα, η Πάτμος και η Τήνος, υπάρχουν και άλλοι που γνωρίζουν ιδιαίτερη άνοδο. Ενας από αυτούς είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας Χρήστο Τσιρώνη, η Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται η Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στο προαύλιο της οποίας είναι ο τάφος του Αγίου Παϊσίου. «Εκεί πηγαίνουν τόσο Ελληνες όσο και επισκέπτες από την υπόλοιπη Ευρώπη» λέει και προσθέτει πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται και οργανωμένες εκδρομές Ρουμάνων και στον Αγιο Νεκτάριο της Αίγινας.

Προσπάθειες στο κομμάτι του τουρισμού κάνει και η Εκκλησία. Το Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος λειτουργεί από το 2002. Ο νυν γραμματέας του, αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Κατραμάδος, επιβεβαιώνει πολλά από τα παραπάνω. Αναφορικά με τη Σουρωτή, προσθέτει πως η επισκεψιμότητά της αγγίζει τους 10.000 την εβδομάδα, πλησιάζοντας τα αντίστοιχα νούμερα μέχρι και της Τήνου. Και δίνει μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή: «Πολλοί Δυτικοευρωπαίοι και Αμερικανοί – μη ορθόδοξοι – ακολουθούν τα βήματα του Αποστόλου Πέτρου. Πάνε δηλαδή Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Κατερίνη, Βέροια, Νικόπολη Πρέβεζας και Αθήνα». Αναφέρει, επίσης, και άλλους προορισμούς-προσκυνήματα που προσελκύουν πολλούς επισκέπτες: ο Αγιος Δημήτριος στη Θεσσαλονίκη, η Μονή Παναγίας Στομίου στην Κόνιτσα και ο Αγιος Ιωάννης ο Ρώσος στην Εύβοια.

Από τη μεριά της, η Εκκλησία βρίσκεται σε συζητήσεις με την πολιτεία για ένα πλαίσιο εκπαίδευσης, σηματοδότησης και πιστοποίησης συγκεκριμένων τουριστικών γραφείων και ξενοδοχείων για θρησκευτικό τουρισμό. Εξετάζεται το ενδεχόμενο να υπάρξει ανοιχτή πρόσκληση σε ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, κάτι που θα συμβάλει και στην καταγραφή των σχετικών στατιστικών.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail