Σε ρυθμούς ανάλυσης των δημοσκοπικών ευρημάτων για «επανεμφανιζόμενους και πρωτοεμφανιζόμενους», κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πολιτικούς παίκτες κινείται το Μέγαρο Μαξίμου, εμμένοντας στη ρητορική περί «Βαβέλ» και ελπίζοντας ότι έτσι ενισχύεται το αφήγημα περί απουσίας αξιόπιστης εναλλακτικής στα αφτιά των μετριοπαθέστερων ψηφοφόρων – εκείνων που, σύμφωνα με το σκεπτικό του Μητσοτάκη, ζητούν «ασφάλεια» και «προοπτική». Από την κυβερνητική έδρα θέλουν να λένε ότι η αναδιάταξη του σκηνικού «δεν μας αφορά», ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι, αξιολογώντας τις κυλιόμενες μετρήσεις και τις ραγδαίες εξελίξεις στο αντιπολιτευτικό πεδίο, επιχειρούν να διαγνώσουν εγκαίρως τυχόν κινδύνους για τη ΝΔ.
«Θέλει προσοχή εκ μέρους μας»
Δεν είναι τυχαίο ότι μπροστά στην κινητικότητα τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά τους γαλάζια στελέχη παραδέχονται στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους ότι «θέλει προσοχή εκ μέρους μας» η χάραξη εκλογικής στρατηγικής, καθώς η αναδιαμόρφωση του τοπίου δεν έχει ολοκληρωθεί, ενώ μένουν πια μήνες πριν από την εθνική αναμέτρηση, ακόμα κι αν οι κάλπες στηθούν το 2027.
Σύμφωνα με την πρώτη γαλάζια ανάλυση, ύστερα από την επίσημη είσοδο του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού στην κεντρική σκηνή, τα δύο νέα κόμματα δεν απευθύνονται σε ακροατήρια της ΝΔ, μόνο που ακόμα και κυβερνητικά και κομματικά στελέχη ομολογούν ότι αυτή η προσέγγιση είναι επιφανειακή. Εν ολίγοις, είναι δεδομένο ότι θα συνεχιστούν οι αιχμές για «εναλλαγή προσώπων και προσωπικές ατζέντες» που, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, «δεν διαμορφώνουν προγραμματικό λόγο ή μια πολιτική πλατφόρμα» απέναντι σε εκείνη της ΝΔ, όμως ταυτόχρονα εξελίσσεται στο κυβερνητικό παρασκήνιο ανάλυση ποιοτικών δεδομένων.
Και την ίδια ώρα που η κυβέρνηση θα συνεχίσει την προσπάθεια να σπρώχνει το ΠΑΣΟΚ στα αριστερά (στο φόντο αναλύσεων του Μαξίμου ότι ο Μητσοτάκης πήρε εκ νέου κεφάλι στη μάχη του Κέντρου έναντι του Ανδρουλάκη), ξορκίζονται τυχόν παγίδες από δύο νέους αντιπάλους με διαφορετικά χαρακτηριστικά και εν αναμονή, όπως όλα δείχνουν, ενός ακόμα.
1. Η δημοσκοπική δεύτερη θέση της ΕΛΑΣ ευνοεί, όπως πιστεύουν στην κυβέρνηση, την προβολή ενός διπόλου, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά για τη ΝΔ μέσα από συγκρίσεις – αρχηγικές (Μητσοτάκη – Τσίπρα) αλλά και πεπραγμένων στη διακυβέρνηση. Φαίνεται πως έχουν δυναμώσει πλέον οι φωνές προβληματισμού για το αποτέλεσμα μιας μονόπλευρης τακτικής, πόσω μάλλον μιας παρελθοντολογίας από τη στιγμή που οι συνθήκες έχουν αλλάξει και για το κυβερνών κόμμα. «Δεν θα κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών συγκρινόμενοι, ειδικά με έναν πρώην πρωθυπουργό, γιατί θα έχουμε χάσει το παιχνίδι πριν ξεκινήσει», έλεγαν χαρακτηριστικά αρμόδιες πηγές.
2. Οσο κι αν στη ΝΔ πιστεύουν ότι διεκδικούν άλλες δεξαμενές απ’ ό,τι ο Τσίπρας και η Καρυστιανού, η οριζόντια φθορά της κυβέρνησης πυροδοτεί αγωνίες για «τιμωρητική» ψήφο ή στάση απαξίωσης. Πίσω από το γαλάζιο μήνυμα για την κρισιμότητα της εθνικής κάλπης κρύβεται η προοπτική απογοητευμένοι ψηφοφόροι να κινηθούν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, αρκεί να στείλουν «μήνυμα» στο κυβερνών κόμμα. Κι αυτό ενώ ο Μητσοτάκης παλεύει να ξαναβουτήξει στη δεξαμενή των αναποφάσιστων όπως το 2023, όταν, σε αλλιώτικο περιβάλλον, σχεδόν ένας στους δύο είχε πάει στη ΝΔ.
3. Ειδικά η Ελπίδα κινείται έξω από τον παραδοσιακό άξονα Αριστεράς – Κέντρου – Δεξιάς και μπορεί στη ΝΔ να θεωρούν ότι απευθύνεται σε «αντισυστημικά» ακροατήρια, εκτιμώντας ότι θα έχει φθίνουσα πορεία, ωστόσο ευρήματα δείχνουν ότι το κόμμα Καρυστιανού έχει εισροές και από τη ΝΔ. Κι αυτό σε μια φάση που η κυβέρνηση παλεύει να καλύψει αποστάσεις με συγκεκριμένα ηλικιακά γκρουπ (όπως οι 30-50 ετών) και με περιοχές της περιφέρειας στις οποίες καταγράφει (μικρή ή μεγαλύτερη) δυναμική η Ελπίδα.
4. Ο Μητσοτάκης, υιοθετώντας προς το παρόν έμμεσες αιχμές ή ήπιες βολές στους αντιπάλους του, αναγκάζεται να κρατά στάση αναμονής για άλλη μία άγνωστη παράμετρο στην ήδη σύνθετη εξίσωση. Μπορεί στην κυβέρνηση να εκτιμούν ότι ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά θα κινηθεί σε ακροατήρια που δεν ακούν τη σημερινή ΝΔ – έως και σε «αντισυστημικά» –, ωστόσο οι γαλάζιοι ανησυχούν για σοβαρό πλήγμα, εφόσον δεν κατευνάσουν έγκαιρα τη δυσφορία των συντηρητικών ψηφοφόρων τους.








