Στον δεύτερο όροφο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, λίγες πόρτες μακριά από τα γραφεία της ομάδας ΟΠΚΕ (Ομάδα Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας), βρίσκεται το «αρχηγείο» μιας λιγότερο γνωστής υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας. Το Τμήμα Περιβαλλοντικής Προστασίας ιδρύθηκε το 2012, με σκοπό την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος.
Μερικά χιλιόμετρα μακριά, στη Λεωφόρο Μεσογείων και συγκεκριμένα στο κτίριο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στεγάζονται οι επιθεωρητές Περιβάλλοντος. Οι δύο αυτοί φορείς αποτελούν βασικούς πυλώνες της πάταξης των εγκλημάτων που σχετίζονται με το περιβάλλον στη χώρα – μιας μορφής εγκληματικότητας που σε άλλες χώρες της ΕΕ θεωρείται «οργανωμένο έγκλημα» και λέγεται ότι μπορεί να έχει ισάξια κέρδη με τη διακίνηση ναρκωτικών. «ΤΑ ΝΕΑ» μίλησαν με στελέχη και των δύο υπηρεσιών και σκιαγραφούν τις προσπάθειες αντιμετώπισης του περιβαλλοντικού εγκλήματος στη χώρα, καταγράφοντας ένα από τα βασικότερα προβλήματα: τη μη ύπαρξη μιας ενιαίας Αρχής που θα τις συντονίσει.
Το αρμόδιο Τμήμα της ΕΛ.ΑΣ. και οι επιθεωρητές του υπουργείου Περιβάλλοντος είναι δύο μόνο από τους φορείς που εμπλέκονται με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο στο «κυνήγι» των περιβαλλοντικών παραβάσεων. Οι Περιφέρειες, οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, το Λιμενικό, τα Τελωνεία, τα Δασαρχεία μέχρι και οι Δήμοι έχουν μια – μεγαλύτερη ή μικρότερη – εμπλοκή. Οπως εξηγούν στα «ΝΕΑ» αστυνομικοί και επιθεωρητές, αυτός ο κατακερματισμός έχει συνέπειες στην αποτελεσματικότητα και τον συντονισμό των δράσεων. Ετσι, μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις για τις οποίες καταλήγουν να σχηματίζονται μέχρι και… πέντε διαφορετικές δικογραφίες, ενώ παράλληλα «μένουν πίσω» οι επιχειρησιακές δυνατότητες των επιμέρους φορέων.
Ο ρόλος της αστυνομίας
Στο Τμήμα Περιβαλλοντικής Προστασίας στη ΓΑΔΑ υπηρετούν σήμερα οκτώ αστυνομικοί. Είναι υπεύθυνοι για σοβαρά περιβαλλοντικά αδικήματα από τη Στερεά Ελλάδα μέχρι την Κρήτη. Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει αντίστοιχο Τμήμα που αναλαμβάνει από τη Θεσσαλία και «πάνω». Οπως σημειώνουν, οι υποθέσεις που καλούνται συνήθως να διαχειριστούν αφορούν διακίνηση, αποθήκευση ή και διαχείριση υγρών ή στερεών αποβλήτων. «Κυρίως ασχολούμαστε με ΑΕΚΚ – απόβλητα εκσκαφών, κατασκευών και κατεδαφίσεων – τα οποία διάφοροι επιτήδειοι δεν πηγαίνουν στις εγκεκριμένες εταιρείες διαχείρισης αλλά τα αφήνουν σε δάση, δημόσιους χώρους και άλλα απόμερα σημεία, με σκοπό το οικονομικό όφελος», λένε.
Εδώ υπάρχει μια σημαντική σημείωση. Τα στελέχη του Τμήματος δεν έχουν εξειδικευμένες γνώσεις για το περιβάλλον, επομένως στις επιχειρήσεις τους συνοδεύονται από ειδικό περιβαλλοντολόγο – είτε του υπουργείου, είτε της Περιφέρειας – που θα έχει ρόλο πραγματογνώμονα για να κρίνει το είδος του αποβλήτου και το επίπεδο υποβάθμισης ή ρύπανσης του περιβάλλοντος και επομένως να καθορίσει και το πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση. «Κανονικά ο ρόλος της Αστυνομίας θα έπρεπε να είναι πιο αναβαθμισμένος», τονίζουν τα στελέχη του Τμήματος, εξηγώντας ότι υπάρχουν περιπτώσεις που το να βρουν τον αρμόδιο ειδικό είναι δύσκολο και ότι θα έπρεπε να υπάρχει κοινή υπηρεσιακή «στέγη».
«Δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική»
Οι επιθεωρητές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχουν ρόλο ειδικού προανακριτικού υπαλλήλου. «Είμαστε διοικητικό όργανο που έχει προανακριτικές αρμοδιότητες. Δεν κάνουμε συλλήψεις. Αυτή είναι δουλειά της Αστυνομίας», σημειώνουν στελέχη της Μεσογείων. Πάγιο αίτημά τους είναι να δημιουργηθεί μια ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή που θα περιλαμβάνει τους ίδιους, την Αστυνομία, την Περιφέρεια και άλλους
«Ο κατακερματισμός δυσκολεύει την αποτελεσματικότητα. Εμπλέκονται διαφορετικά υπουργεία και υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ο κατάλληλος συντονισμός και κυρίως να μην υπάρχει μια ενιαία στρατηγική αντιμετώπισης του περιβαλλοντικού εγκλήματος στη χώρα», σημειώνουν στα «ΝΕΑ» υψηλόβαθμοι επιθεωρητές. αρμόδιους φορείς, ακολουθώντας αντίστοιχα πρότυπα του εξωτερικού, όπως της Αυστρίας, της Σλοβενίας και της Σκωτίας.
Εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού εγκλήματος
Το 2018 η Εκθεση Αξιολόγησης Genval του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Ελλάδα έκανε μια σειρά συστάσεων για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού εγκλήματος στη χώρα μας. Πάνω πάνω στη σχετική λίστα ήταν η θέσπιση μιας εθνικής στρατηγικής που θα καθορίζει τους στόχους για την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος και τους ρόλους των επιμέρους φορέων. Επειτα, το 2024 θεσπίστηκε η Οδηγία 2024/1203 της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με σκοπό να διευρύνει το ποινικό πλαίσιο και να προσθέσει νέα αδικήματα στη λίστα όσων θεωρούνται περιβαλλοντικά εγκλήματα. Στο άρθρο 21 της Οδηγίας, αναφέρεται ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν εθνική στρατηγική για το περιβαλλοντικό έγκλημα μέχρι τον Μάιο του 2027. Τη συγκεκριμένη οδηγία δεν έχει ακόμα ενσωματώσει η Ελλάδα σε εθνικό επίπεδο.
Τη σύνταξη της Εθνικής Στρατηγικής έχει αναλάβει το «Εργο LIFE PROWhIBIT» – θεσπίστηκε ως απόρροια και για να εφαρμόσει τις συστάσεις της Εκθεσης Genval. Πηγή με άριστη γνώση των διεργασιών αναφέρει στα «ΝΕΑ» ότι, αφού έχει περάσει από «πολλά κύματα» διαβουλεύσεων, η προτεινόμενη Εθνική Στρατηγική βρίσκεται από τον Απρίλιο σε επίπεδο Γ.Γ. Αποβλήτων προκειμένου να κάνει παρατηρήσεις. Επειτα θα πάει στην πολιτική ηγεσία.
Βασική σύσταση στην Εθνική Στρατηγική που ετοιμάζουμε είναι να δημιουργηθεί μια ενιαία Αρχή καταπολέμησης του περιβαλλοντικού εγκλήματος, η οποία θα συντονίζει την αντιμετώπιση και θα ενώσει όλες τις κατακερματισμένες αρμοδιότητες», λέει η ίδια πηγή στα «ΝΕΑ». Προσθέτει πως το μοντέλο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες υπαγορεύει «όλα να είναι αρμοδιότητα ενός, όχι πολλοί να έχουν από μια μικρή αρμοδιότητα, όπως εδώ. Η ενιαία Αρχή που σχεδιάζουμε θα μπορεί να δρα σε όλη τη χώρα σε συνεργασία με αποκεντρωμένες δομές και έτσι θα “σπάσουμε” τον κατακερματισμό».
Πίσω στον δεύτερο όροφο της ΓΑΔΑ, οι αστυνομικοί του Τμήματος Περιβαλλοντικής Προστασίας συμφωνούν με τα παραπάνω και νιώθουν ότι χάνουν ένα κομμάτι της πίτας, βλέποντας τις μεγάλες έρευνες που κάνουν μερικούς ορόφους πιο πάνω οι συνάδελφοί τους από το «ελληνικό FBI». «Στο εξωτερικό, το περιβάλλον ανήκει στο οργανωμένο έγκλημα. Εδώ, αν είχαμε μια ενιαία υπηρεσία θα μπορούσε να αναλαμβάνει μεγαλύτερες υποθέσεις», λένε.








