Οταν είσαι μικρός, δεν ξέρεις τι ακριβώς θα σου συμβεί κάθε επόμενη στιγμή. Μαγεύεσαι και αγχώνεσαι εναλλάξ, με το παραμικρό σχεδόν.

Μιλάω για όταν πρωτοβγήκες βράδυ με συμμαθητές. Για όταν πρωτοήπιες αλκοόλ. Για το παρθενικό σου ταξίδι στο εξωτερικό. Για τον έρωτα… Μα και για λιγότερο άμεσες – λιγότερο σωματικές – εμπειρίες. Στα δεκατρία με πήρε η μαμά μου σε ένα μαγαζί όπου έπαιζε η Οπισθοδρομική Κομπανία. Δεν είχα ξανακούσει ρεμπέτικα και λαϊκά σε ζωντανή εκτέλεση. Μου ‘φυγε ο τάκος με το «Εσύ Είσαι η Αιτία που Υποφέρω», με το «Ακρογιαλιές Δειλινά». Το αστείο ήταν που νόμιζα, έτσι πηγαία όπως τα τραγουδούσαν, ότι τα είχαν γράψει οι ίδιοι. Ποιος Χιώτης; Ποιος Τσιτσάνης; Στο πάλκο εγώ έβλεπα – ωραία σαν παραμύθι – την Ελευθερία Αρβανιτάκη… Στα δεκαπέντε διάβασα το «Εγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογέφσκι. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει συγγραφική ιδιοφυΐα. Πώς απ’ τα πιο κοινά, τα πλέον ευτελή υλικά μπορείς να πλάσεις ένα αριστούργημα.

Καθώς μεγαλώνεις, η απόλαυση μεταλλάσσεται. Η έκπληξή σου υποχωρεί. Την εικοστή φορά που θα ακούσεις το «Εϊντζι» των Ρόλινγκ Στόουνς δεν θα σε συνεπάρουν οι στίχοι ούτε καν ο καυτός λυγμός του Μικ Τζάγκερ. Θα επικεντρωθείς στα αριστοτεχνικά σόλα του Κιθ Ρίτσαρντς – «τι μάστορας!» θα μονολογήσεις.

Μας εκλεπτύνει – θέλοντας και μη – η ηλικία. Αναδεύουμε το κρασί στο ποτήρι, εισπνέουμε το άρωμά του κι ύστερα βρέχουμε τα χείλη μας. Βαραίνουν στην κρίση μας οι λεπτομέρειες, έχουμε μάθει να διακρίνουμε και να εκτιμάμε τις αποχρώσεις. Ενα φιλί μπορεί να μας προσφέρει μεγαλύτερη απόλαυση από μια νύχτα άγριου σεξ. Το σπάσιμο στη φωνή της, ο τρόπος που διπλώνει τις γάμπες της να μας γοητεύσει περισσότερο από το στήθος της κι από τα μάτια της ακόμα… Εχουμε γίνει πιο μερακλήδες; Μπα. Ξέρουμε μάλλον τη μοιραία κατάληξη της κάθε ιστορίας. Παιδιά κοιτούσαμε τη ζωή με το κιάλι, αδημονούσαμε να μεγαλώσουμε για να ενταχθούμε στον – συναρπαστικό νομίζαμε – κόσμο των ενηλίκων. Τώρα βάζουμε τη ζωή κάτω απ’ το μικροσκόπιο και την παρατηρούμε εξονυχιστικά μπας και την κάνουμε έτσι να διαρκέσει περισσότερο.

Στο θέατρο, στα κλασικά έργα, συγκρίνουμε τις ερμηνείες των σημερινών με τους παλαιότερους. «Το 1988, είχα δει στο Εθνικό τον Αλέξη Μινωτή να ερμηνεύει τον Πατέρα του Στρίντμπεργκ!» ανακοινώνουμε νοσταλγικά στις παρέες. «Μιλάμε για ιερό τέρας και ας ξεχνούσε τα λόγια του…». Αξιολογούμε έπειτα τα σκηνικά, τον ρυθμό της παράστασης, το φρέσκο – ή «φρέσκο» συνηθέστερα – βλέμμα του σκηνοθέτη. Παίρνουμε ύφος επαγγελματιών κριτικών. Ζηλεύουμε κατά βάθος τους αμύητους, εκείνους που δεν έχουν διαβάσει ούτε την υπόθεση, που αγωνιούν εάν ο Χρηστάκης Ζαμάνος θα σώσει τελικά τη Στέλλα Βιολάντη. Ζηλεύουμε – όπως το ‘χει γράψει ο Χατζιδάκις – «το παιδί που καρτερεί κάτι να δει…».

Παρακολούθησα προχθές τον «Βυσσινόκηπο». Οι ηθοποιοί μηδενός εξαιρουμένου εξαιρετικοί υπό τη στιβαρή μπαγκέτα του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Το ανέβασμα λαγαρό, χορταστικό, έκλεινε το μάτι στα σημερινά μας πάθη δίχως να προδίδει στο ελάχιστο το πνεύμα του Τσέχοφ. Ενας ωστόσο ξεχώριζε, χάραζε μέσα σου την ερμηνεία του. Ο Δημήτρης Λιγνάδης.

Ενσάρκωνε τον γιο των δουλοπάροικων, ο οποίος πλούτισε, έπιασε την καλή και επιβλήθηκε στους ξεπεσμένους ευγενείς. Τον ένιωθες εξαιρετικά οικείο, απίθανα απτό μες στον γλυκόπικρό του θρίαμβο. Ενας ρόλος που κινδυνεύει να ερμηνευτεί – έχει ερμηνευτεί στο παρελθόν – μονόχορδα, προβλέψιμα, σοσιαλρεαλιστικά, αποκαλυπτόταν από τον Λιγνάδη σε όλες τις πτυχές και τις αντιφάσεις του. Οχι απλώς έβλεπες τον κόσμο με τα μάτια του Λοπάχιν μα λαχταρούσες να πεταχτείς από το κάθισμά σου και να παρέμβεις στην εξέλιξη του δράματος. «Αφησέ τους τον, ρε Λοπάχιν τον Βυσσινόκηπο!» να του φωνάξεις. «Δώσε τους τη χαρά να γεράσουν και να πεθάνουν μέσα – μαζί με τον κόσμο τους… Κάνε στην έρημη τη Βάρια πρόταση γάμου επιτέλους!» να τον ταρακουνήσεις. «Τι παιδιαρίζεις, τι διστάζεις, κοτζάμ άντρας;».

Ειλικρινά είχα λησμονήσει το προδιαγεγραμμένο θλιβερό φινάλε. Ηλπιζα ότι ο Λοπάχιν θα ανέτρεπε τα προγνωστικά, θα έδινε αίσια λύση. Ειλικρινά είχε σκιστεί το κουκούλι του έμπειρου, αποστασιοποιημένου θεατή. Είχα ξαναγίνει το παιδί που μπλέκει τη σκηνή με τη ζωή, που μαγεύεται κι αγχώνεται από όσα συμβαίνουν γύρω του και μέσα του…

Αυτό δεν είναι ακριβώς το θαύμα της τέχνης;