Καταπέλτης ήταν για τον Πολ Μάναφορτ, τον πρώτο πρώην συνεργάτη του Ντόναλντ Τραμπ που κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου στις ΗΠΑ, η κατάθεση του πρώην στενού του συνεργάτη Ρικ Γκέιτς. Ο Γκέιτς, που έχει παραδεχθεί από τον περασμένο Φεβρουάριο τη δική του ενοχή και συνεργάζεται με τις Αρχές, κατέθεσε στο δικαστήριο πως ο Μάναφορτ διατηρούσε κρυμμένα εκατομμύρια δολάρια σε κυπριακούς λογαριασμούς, παρουσιάζοντας λεπτομερώς τα οικονομικά εγκλήματα που είχαν διαπράξει από κοινού αφεντικό και προστατευόμενος: φοροδιαφυγή ύψους πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, τραπεζική απάτη, συνωμοσία με σκοπό τη διάπραξη τραπεζικής απάτης, απόκρυψη εξωχώριων τραπεζικών λογαριασμών. Ο Γκέιτς ομολόγησε επίσης πως ο ίδιος έκλεψε χιλιάδες δολάρια από την εταιρεία συμβουλευτικών υπηρεσιών που διατηρούσε ο Μάναφορτ «φουσκώνοντας» τα έξοδα. Οι δικηγόροι του Μάναφορτ προσπαθούν να πείσουν τους ενόρκους πως στην πραγματικότητα το μόνο «έγκλημα» του πελάτη τους είναι πως εμπιστεύτηκε τον συνεργάτη του, πως αυτός τα έκανε όλα. Στα καθ’ ημάς, ωστόσο, η υπερασπιστική γραμμή του πρώην επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ λίγο ενδιαφέρει. Περισσότερο ιντριγκάρει η ταυτότητα ενός από τους πολλούς μάρτυρες που συνεργάζονται με την ομάδα του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ στη δίκη του Μάναφορτ: της Τράπεζας της Κύπρου.
ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ. Την ιστορία την αφηγείται η «Wall Street Journal»: «Η μεγαλύτερη τράπεζα του νησιού βρισκόταν στο τέλος μιας εκκαθάρισης των πλέον επικίνδυνων πελατών της – από εμπόρους όπλων μέχρι ιντερνετικά καζίνα – όταν οι υπολογιστές της άρχισαν να “χτενίζουν” τα βιβλία προκειμένου να ελέγξουν έναν Αμερικανό που προσέλκυε αυξημένη δημόσια προσοχή: τον Πολ Μάναφορτ». Το ημερολόγιο έδειχνε 2015, δύο χρόνια μετά το κούρεμα στις κυπριακές καταθέσεις. Ο Μάναφορτ ήταν ακόμη ένας χαμηλού προφίλ, υψηλά αμειβόμενος σύμβουλος αρχηγών κρατών, από την Ανατολική Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Αφρική. Είχαν ήδη συμπληρωθεί οκτώ χρόνια από όταν είχε ανοίξει τους πρώτους του λογαριασμούς στην Κύπρο, μια χώρα την οποία συνόδευε επί μακρόν η φήμη πως ξέπλενε τις περιουσίες της νέας καπιταλιστικής ελίτ του πρώην σοβιετικού κόσμου. Αλλά ήταν πια 2015, η Κύπρος αντιμετώπιζε δυτικές πιέσεις να βάλει σε τάξη τα του οίκου της και οι τράπεζές της χρησιμοποιούσαν ένα νέο λογισμικό για την αναζήτηση ύποπτων πελατών. Το όνομα του Μάναφορτ είχε εμφανιστεί στην ειδησεογραφία μετά την ανατροπή του φιλορώσου προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ενός από τους πελάτες του. Αυτό πυροδότησε έναν αυτόματο έλεγχο των λογαριασμών του στην Τράπεζα Κύπρου.
ΗΤΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ. Οι υπάλληλοι πέρασαν εβδομάδες προωθώντας τα δεδομένα μέσω κρυπτογραφημένης γραμμής στην κυπριακή Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Ο Μάναφορτ ήταν επικίνδυνος – αυτό ήταν ξεκάθαρο. Σε μια άλλη, μικρότερη τράπεζα, που στο μεταξύ είχε εξαγοραστεί από την Τράπεζα Κύπρου, είχε αρνηθεί κατηγορηματικά να απαντήσει σε δύο ερωτήσεις: Ποια ήταν η πηγή των κεφαλαίων του και ποιος ήταν τελικά ο ιδιοκτήτης των εταιρειών μέσω των οποίων μετακινούνταν τα χρήματα. Μετά την άρνησή του να δώσει εξηγήσεις, οι λογαριασμοί του είχαν τελικά κλείσει.
Ο γενικός εισαγγελέας της Κύπρου ξεκίνησε έρευνα. Ουδέποτε απήγγειλε κατηγορίες στον Μάναφορτ. Δυο χρόνια αργότερα ωστόσο, το 2017, η κυπριακή Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες παρέδωσε όλα τα δεδομένα γύρω από το άτομό του στο γραφείο του Ρόμπερτ Μιούλερ, του αμερικανού ειδικού εισαγγελέα που ερευνά το ενδεχόμενο σχέσης ανάμεσα στη Ρωσία και στην προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ.