Το 2018 ο Καναδάς έγινε η πρώτη χώρα της G7 και η δεύτερη στον κόσμο μετά την Ουρουγουάη που νομιμοποίησε την ψυχαγωγική χρήση κάνναβης σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Ήταν μια προεκλογική δέσμευση του πρώην Πρωθυπουργού του Καναδά την οποία και υλοποίησε. Σκοπός όπως περιγραφόταν τότε ήταν να περιοριστεί η πρόσβαση των ανηλίκων στην κάνναβη, να μεταφερθεί η αγορά από το παράνομο στο νόμιμο δίκτυο πώλησης και να στερηθούν έσοδα από το οργανωμένο έγκλημα.
Η κάνναβη όμως που καλλιεργείται νόμιμα στον Καναδά, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Telegraph κατακλύζει πλέον την Ευρώπη, ενισχύοντας οικονομικά εγκληματικές οργανώσεις και συμβάλλοντας, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, στη μετατροπή του Βελγίου σε ένα «ναρκοκράτος».
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μαξ Στίβενς, ανταποκριτής του ιστοτόπου σε θέματα διεθνούς εγκλήματος στο βέλγιο οι ποσότητες κάνναβης που εισέρχονται στο λιμάνι της Αμβέρσας είναι πρωτοφανείς. Μόνο τον τελευταίο χρόνο οι τελωνειακές αρχές κατέσχεσαν 32 τόνους κάνναβης, αριθμός αυξημένος κατά 500% σε σύγκριση με το 2024.
Τα εγκληματικά δίκτυα μεταφέρουν το φορτίο σε εμπορευματοκιβώτια μήκους έξι μέτρων, τα οποία αναχωρούν από τα λιμάνια του Βανκούβερ, του Μόντρεαλ, του Χάλιφαξ και του Σεντ Τζον με προορισμό την Ευρώπη.

Σύμφωνα με την έρευνα, πίσω από το δίκτυο λαθρεμπορίου βρίσκονται μαφιόζικες οργανώσεις κινεζικής προέλευσης με διασυνδέσεις με το κινεζικό κράτος, οι οποίες έχουν επεκτείνει τη δράση τους στην καναδική ύπαιθρο μετά τη νομιμοποίηση της κάνναβης πριν από οκτώ χρόνια από την κυβέρνηση Τριντό.
Σύμφωνα με πληροφορίες των αστυνομικών αρχών η νομιμοποίηση της κάνναβης έχει οδηγήσει σε τέτοιο κορεσμό της καναδικής αγοράς, ώστε οι εγκληματικές οργανώσεις μπορούν να αποκομίσουν πενταπλάσια κέρδη διακινώντας την παράνομα στην Ευρώπη, αντί να τη διαθέτουν νόμιμα εντός του Καναδά.
Μόλις η κάνναβη φτάσει στο λιμάνι της Αμβέρσας, η αξία της εκτοξεύεται: ένα κιλό που στον Καναδά κοστίζει περίπου 800 λίρες, στην ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να πωληθεί έως και 4.500 λίρες, γεγονός που καθιστά το λαθρεμπόριο εξαιρετικά επικερδές για τα κυκλώματα διακίνησης.
Η τεράστια διαφορά στις τιμές, σε συνδυασμό με τον κορεσμό της καναδικής αγοράς, αποτελεί τον βασικό λόγο για την εκρηκτική αύξηση των αποστολών κάνναβης από τον Καναδά προς τη μαύρη αγορά της Ευρώπης.
Στο λιμάνι της Αμβέρσας, εγκληματικές οργανώσεις καταβάλλουν έως και 40.000 λίρες σε διεφθαρμένους λιμενεργάτες, προκειμένου να μετακινούν τα εμπορευματοκιβώτια σε διαφορετικά σημεία του λιμανιού, ώστε να αποφεύγουν τους τελωνειακούς ελέγχους, σύμφωνα με όσα δήλωσαν αξιωματούχοι των τελωνείων στην Telegraph.
Από εκεί, η κάνναβη διοχετεύεται στην Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, ακολουθώντας τις ίδιες, ανεπαρκώς ελεγχόμενες χερσαίες διαδρομές της ζώνης Σένγκεν που χρησιμοποιούνται και για τη διακίνηση κοκαΐνης και αμφεταμινών.
Τα εγκληματικά δίκτυα αξιοποιούν τα τεράστια κέρδη από το λαθρεμπόριο για να χρηματοδοτήσουν και άλλες παράνομες δραστηριότητες, όπως η διακίνηση μεταναστών, το εμπόριο όπλων και ακόμη και τρομοκρατικά δίκτυα.
Ο Κρίστιαν Βάντερβαερεν, επικεφαλής των τελωνείων του Βελγίου, δηλώνει στην Telegraph ότι ο ίδιος και οι 3.300 τελωνειακοί υπάλληλοι που βρίσκονται υπό τις διαταγές του καλούνται να διαχειριστούν μια ιδιαίτερα δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην καταπολέμηση της διακίνησης κάνναβης και κοκαΐνης. Όπως αποκάλυψε, φέτος είναι η πρώτη χρονιά κατά την οποία οι αρχές κατέσχεσαν περισσότερη κάνναβη από ότι κοκαΐνη στο ενιαίο λιμάνι Αμβέρσας-Μπριζ.
Μόνο κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι αρχές κατέσχεσαν 10,8 τόνους κάνναβης στο δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της Ευρώπης. Την ίδια περίοδο, οι κατασχέσεις κοκαΐνης μειώθηκαν κατά 68%, από 16,7 τόνους σε μόλις 5,4 τόνους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εγκληματικές οργανώσεις στρέφονται ολοένα και περισσότερο στο λαθρεμπόριο κάνναβης αντί της κοκαΐνης, καθώς οι ποινές φυλάκισης είναι σημαντικά μικρότερες σε περίπτωση σύλληψης, ενώ τα κέρδη είναι πλέον υψηλότερα από ποτέ.
Ο φόβος ότι το Βέλγιο εξελίσσεται σε «ναρκοκράτος»
Η έξαρση του λαθρεμπορίου εντείνει τις ανησυχίες ακόμη και μέσα στους κόλπους της βελγικής Δικαιοσύνης ότι η χώρα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα «ναρκοκράτος» – έναν όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κράτη όπου η οικονομία και τμήματα του κρατικού μηχανισμού επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το εμπόριο ναρκωτικών και τη διαφθορά.
Στην Αμβέρσα, οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, εξοπλισμένες με πολεμικά τυφέκια και χειροβομβίδες, εκβιάζουν και απειλούν δημόσιους λειτουργούς, προκειμένου να αποτρέψουν τις αρχές από το να εντοπίσουν φορτία κοκαΐνης και κάνναβης, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται η Telegraph.
Τον περασμένο Οκτώβριο, μία δικαστής από την Αμβέρσα δημοσίευσε ανώνυμη ανοικτή επιστολή, στην οποία περιέγραφε πως το οργανωμένο έγκλημα έχει αποκτήσει τόσο ισχυρή επιρροή στην πόλη και στο δικαστικό σύστημα, ώστε ορισμένοι συνάδελφοί της αναγκάζονται να ζουν υπό μόνιμη αστυνομική προστασία.
Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης του Βελγίου, Vincent Van Quickenborne, ο οποίος το 2022 αναγκάστηκε να κρυφτεί έπειτα από σχέδιο απαγωγής που φέρεται να είχε οργανώσει ολλανδικό κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.
Έδωσαν στους υπαλλήλους των τελωνείων ημιαυτόματα όπλα
Η ισχύς των συμμοριών έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε τον περασμένο Μάιο ο επικεφαλής των τελωνείων εξόπλισε τους υπαλλήλους του με ημιαυτόματα πιστόλια Heckler & Koch SFP9 και τυφέκια μεγάλου διαμετρήματος, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στον βαρύ οπλισμό των εγκληματικών οργανώσεων.
Ο Ρόμπερτ Πατράνκους, ερευνητή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ναρκωτικών (EU Drugs Agency) χαρακτηρίζει την έκρηξη του λαθρεμπορίου ως μια «ακούσια παρενέργεια» της απόφασης του Καναδά να νομιμοποιήσει την κάνναβη το 2018.
«Ένας από τους βασικούς στόχους της νομιμοποίησης ήταν να περιοριστεί η παράνομη αγορά. Όμως, όπως έχει δείξει η ιστορία, οι παράνομες αγορές προσαρμόζονται κάθε φορά στις νέες συνθήκες», δηλώνει χαρακτηριστικά και προσθέτει μιλώντας στον ανταποκριτή της Telegraph: «Πρόκειται για μια δυσάρεστη και ακούσια συνέπεια της νομιμοποίησης. Επιπλέον, μιλάμε για μια πολιτική που εφαρμόζεται σχετικά πρόσφατα στην ιστορία της ανθρωπότητας, επομένως είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί πώς θα εξελιχθεί και ποιες επιπτώσεις θα έχει».
Η Βασιλική Έφιππη Αστυνομία του Καναδά (RCMP) επιβεβαίωσε στην Telegraph ότι τα καναδικά εγκληματικά δίκτυα έχουν εκμεταλλευθεί τη μεγάλη ζήτηση που υπάρχει στην ευρωπαϊκή αγορά. Μιλώντα στον ιστότοπο η καναδική αστυνομία κάνει λόγο για «θεαματική αύξηση» στις ποσότητες κάνναβης που επιχειρείται να εξαχθούν παράνομα μέσω θαλάσσιων μεταφορών από το 2023 μέχρι σήμερα. Οι κατασχέσεις πλέον υπολογίζονται σε δεκάδες τόνους, ενώ οι αρχές εκτιμούν ότι το 2026 ενδέχεται να αποτελέσει χρονιά-ρεκόρ για το λαθρεμπόριο κάνναβης.
Πιο συγκεκριμένα ο Ζαν-Κριστιάν Πρεμόν, αναπληρωτής περιφερειακός διευθυντής της Υπηρεσίας Συνοριακών Υπηρεσιών του Καναδά (CBSA) για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, αποκάλυψε ότι μέσα στους τελευταίους 16 μήνες οι καναδικές αρχές κατέσχεσαν 46 τόνους κάνναβης που προορίζονταν για την ευρωπαϊκή αγορά. Ποσότητα τριπλάσια σε σχέση με την περσινή αντίστοιχη περίοδο.
Άλλος προορισμός είναι και το Ηνωμένο Βασίλειο. Τον περασμένο Μάιο, η Border Force κατέσχεσε 12 τόνους κάνναβης, αξίας περίπου 139 εκατομμυρίων λιρών, που είχαν αποσταλεί από τον Καναδά — τη μεγαλύτερη κατάσχεση αυτού του είδους που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ σε βρετανικό έδαφος.

Η ανησυχία για την «Cali weed»
Πηγές που επικαλείται η Telegraph αναφέρουν ότι σημαντικό ρόλο στην αύξηση του λαθρεμπορίου παίζει και η αυξανόμενη ζήτηση για την ιδιαίτερα ισχυρή κάνναβη που είναι γνωστή ως «Cali weed». Η συγκεκριμένη ποικιλία αναπτύχθηκε αρχικά στην Καλιφόρνια, όπου η κάνναβη είναι νόμιμη, όμως σήμερα καλλιεργείται μαζικά στον Καναδά από κινεζικές εγκληματικές οργανώσεις (Triads).
Η περιεκτικότητά της σε THC – τη βασική ψυχοδραστική ουσία της κάνναβης – φτάνει το 28% έως 30%, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο των ποικιλιών που παράγονται στην Ισπανία, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο εγχώριο παραγωγό κάνναβης στην Ευρώπη.
Αξιωματούχοι μάλιστα αναφέρουν πως στους δρόμους των Βρυξελλών, του Παρισιού, του Λονδίνου και του Βερολίνου, οι διακινητές προωθούν ενεργά την «Cali weed» στους πελάτες τους μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, όπως το Telegram και το Signal.







