Μέρα παρά μέρα, η Πηνελόπη Κωνσταντάκη ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της στο Κόκκινο Λιμανάκι, και κατευθύνεται για αιμοκάθαρση στο νοσοκομείο. «Είμαι το βαρύτερο περιστατικό από την πυρκαγιά στο Μάτι» αναφέρει στα «ΝΕΑ». Την 23η Ιουλίου 2018, η ίδια, όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοι της περιοχής, δεν είχε αντιληφθεί τίποτα. Για εκείνη, ήταν άλλη μία ήσυχη και συνηθισμένη Δευτέρα.
Σήμερα, συμπληρώνονται 8 χρόνια από την φονική πυρκαγιά, που άφησε πίσω της 104 νεκρούς, με τους συγγενείς και επιζώντες της τραγωδίας να τονίζουν επανειλημμένα πως τα θύματα είναι περισσότερα. Για τους βαριά εγκαυματίες ο εφιάλτης δεν τελείωσε εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου. Συνεχίζεται καθημερινά, μέσα από αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, θεραπείες αποκατάστασης, χρόνιους αφόρητους πόνους και μόνιμες αναπηρίες που άλλαξαν οριστικά στην ζωή τους.
Διαβάστε επίσης: Μάτι: «Θα πάμε ξανά στο Εφετείο, χωρίς ελπίδα για δικαίωση»
Πολλοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές επιπλοκές στην υγεία τους, ενώ άλλοι ζουν με ψυχικά τραύματα που παραμένουν ανοιχτά, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στη μνήμη της τραγωδίας και στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

«Κόντεψα να πεθάνω τρεις φορές»
«Το γεγονός ότι ζω, είναι ένα θαύμα. Τρεις φορές, κόντεψα να πεθάνω» επισημαίνει η 73χρονη Πηνελόπη Κωνσταντάκη που νοσηλεύτηκε συνολικά 17 μήνες, προσθέτοντας πως «θεωρώ ότι πρόκειται για ένα δώρο της φύσης, και προσπαθώ να κάνω ότι μπορώ περισσότερο για την δεύτερη ευκαιρία που έχω για την ζωή».
Περίπου 90 εγκαυματίες από την πολύνεκρη πυρκαγιά νοσηλεύτηκαν σε πέντε νοσοκομεία το 2018. «Ήμουν η τελευταία βαριά εγκαυματίας. Είμαι καμένη κατά 42%, σε χέρια, πόδια, λαιμό, και λίγο στο πρόσωπο. Έχουν μείνει ουλές στο σώμα μου. Από την δεξιά μου πλευρά, μου έλειπε μυϊκός ιστός. Για να το επαναφέρω, έκανα μεγάλη προσπάθεια. Ένιωθα ιδρυματοποιημένη μετά από 17 μήνες νοσηλείας. Μέχρι και σήμερα όμως, έχω έναν Γολγοθά» λέει.
Η ισχυρή μορφίνη που της χορηγούνταν για να αντέξει τους αβάσταχτους πόνους θόλωνε συχνά το μυαλό της. Όπως περιγράφει, μπέρδευε τη φαντασία με την πραγματικότητα, πλάθοντας ιστορίες μέσα στις ατελείωτες ώρες νοσηλείας. «Έλεγα ιστορίες ότι με έχουν απαγάγει, ότι κάνουν πειράματα αντοχής πάνω μου», θυμάται. Την ίδια στιγμή, το σώμα της έδινε τη δική του μάχη. Υπέστη οκτώ σηψαιμικά σοκ, τα οποία προκάλεσαν σοβαρή βλάβη στους νεφρούς της. Παράλληλα, πέρασε τέσσερις ανοικτές αγγειακές επεμβάσεις εξαιτίας θρομβώσεων και επτά πλαστικές επεμβάσεις αποκατάστασης. «Ένιωθα σαν να μου έβγαζαν τη σάρκα, σαν να με έσκιζαν».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
«Όλα πήγαν λάθος εκείνη την ημέρα»
Τις ημέρες της βαριάς νοσηλείας της, έλεγε πως δεν θέλει να ζήσει άλλο. Δεν μπορούσαν να βρουν μία αντιβίωση που να την πιάνει. Κάποια στιγμή, σταμάτησαν να λειτουργούν τα νεφρά της, και είχε διόγκωση ήπατος. «Βρήκαν ένα παλιό αντιβιοτικό και αυτό τελικά λειτούργησε σε εμένα. Το συκώτι μου επανήλθε, αλλά έγινα νεφροπαθής» εξηγεί. Προηγουμένως, ένας γιατρός, είχε προτείνει στους συγγενείς της να την αποσυνδέσουν, θεωρώντας πως δεν υπήρχε ελπίδα για εκείνη. «Όμως, ο αδερφός μου δεν συμφώνησε ποτέ σε αυτό, και έτσι, σήμερα, προχωράω μπροστά. Άλλαξα σελίδα, άλλαξα κεφάλαιο, και άρχισα από την αρχή».
Μιλώντας όμως, για την καθημερινότητά της, το ύφος της αλλάζει. «Από όλο αυτό που ζήσαμε, μου έχει μείνει ένα γιατί». Γιατί δεν μπορεί να ταξιδέψει; Γιατί δεν μπορεί να πάει στη θάλασσα; Γιατί δεν μπορεί να φάει οτιδήποτε θέλει; «Γιατί όλα αυτά; Ποιος θα μου δώσει την υγεία μου πίσω; Για την τρέλα ενός ανθρώπου που ήθελε να βάλει φωτιά σε μία μέρα με 11 μποφόρ, αλλά και για την ανεπάρκεια του κράτους; Όλα πήγαν λάθος εκείνη την ημέρα».

Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνο το απόγευμα της Δευτέρας. Η Πηνελόπη Κωνσταντάκη δεν βλέπει τηλεόραση, οπότε δεν είχε καταλάβει ότι η φωτιά, είχε φτάσει μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι της, όπως λέει. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκε πως υπάρχει μία κινητικότητα. «Σκέφτηκα ότι μπορεί να έχουμε καμία βάφτιση». Όμως, λίγα λεπτά αργότερα, είδε την τεράστια φλόγα στην εκκλησία, ενώ η φωτιά πλησίαζε με πολύ γρήγορους ρυθμούς, «σε κλικ δευτερολέπτου».
Παντού, πεταγόντουσαν επίσης καμένα κουκουνάρια, τα οποία την έκαιγαν. Πήρε κάποια έγγραφα, το κινητό της, τον φορτιστή και τα κλειδιά της, και άφησε πίσω της το σπίτι που κατοικεί μέχρι και σήμερα, αλλά τότε είχε καταστραφεί ολοσχερώς. «Όλα ήταν μαύρα γύρω μου, ήταν σαν να βομβαρδιζόταν ο τόπος» θυμάται. Ένας γείτονας, την βοήθησε και κατευθύνθηκαν προς την Ραφήνα, όπου περίμενε δύο ώρες, το ασθενοφόρο που την μετέφερε στον Ευαγγελισμό.

«Ζήσαμε την απόλυτη μοναξιά»
Όπως περιγράφει, όταν συνειδητοποίησε τα όσα έχει περάσει, απελπίστηκε, και δεν μπορούσε να δεχθεί, κοιτάζοντας τον εαυτό της, πως «είμαι σε αυτό το χάλι. Τα πόδια μου, ήταν καμένα σαν κάρβουνα». Για εκείνη, ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα, γιατί είχε μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε ένα κρεβάτι. «Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Μετά από πολύ καιρό, και με μεγάλη προσπάθεια, κατάφερα να περπατήσω χωρίς κανένα βοήθημα. Μέχρι και οι γιατροί που με παρακολουθούσαν, ήταν έκπληκτοι».
Η Πηνελόπη Κωνσταντάκη, έγινε παράδειγμα για τους ανθρώπους στο Μάτι. «Δεν το έβαλα ποτέ κάτω. Πλέον, αν και ζορίζομαι ακόμη και δεν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο Γολγοθάς, κάνω πράγματα που με ευχαριστούν στο έπακρο. Πηγαίνω σε μία λογοτεχνική λέσχη και μία φιλοσοφική, παρακολουθώ παραστάσεις, μουσικές, και βγαίνω με τους φίλους μου. Αυτές τις μέρες όμως, δεν είμαι καλά. Είναι λίγο πιο δύσκολες και διαφορετικές από τις υπόλοιπες. Θυμάμαι, ξανά, τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια και πληγώνομαι. Θυμάμαι, τους αφόρητους πόνους. Το Μάτι, μου θυμίζει ότι έχω υποφέρει, και υποφέρω μέχρι και σήμερα».
Με τον χρόνο, η απόγνωση της Πηνελόπης Κωνσταντάκη, μετατράπηκε σε δύναμη και επιμονή να συνεχίσει να παλεύει. «Η ζωή προχωράει. Δεν μένω σε εκείνη την μέρα. Με θλίβει όμως, το γεγονός ότι δεν μας ενημέρωσαν, έστω με μία ντουντούκα για την φωτιά. Έστω, να χτυπούσαν οι καμπάνες. Μας άφησαν εντελώς αβοήθητους. Κάποια στιγμή, σκέφτηκα πως εάν πεθάνω, δεν θα με έβρισκαν ποτέ, γιατί ήμουν μόνη μου. Η αλήθεια είναι, πως εκείνο το απόγευμα της Δευτέρας, ζήσαμε την απόλυτη μοναξιά».








