Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ ξεκαθάρισε την Πέμπτη (9/7) ότι δεν σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας. Ωστόσο, υπογράμμισε πως θα συνεχίσει να στηρίζει τις φιλοευρωπαϊκές αξίες στη χώρα της, «με οποιαδήποτε ιδιότητα» θεωρεί πιο αποτελεσματική.
Η δήλωση της Λαγκάρντ έγινε σε απάντηση ερωτήσεων σχετικά με ενδεχόμενη συμμετοχή της στην προεδρική εκστρατεία του 2027. Το ενδιαφέρον είχε αναζωπυρωθεί έπειτα από σχόλιό της την περασμένη εβδομάδα, όταν άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποχωρήσει πρόωρα από την ΕΚΤ για να εκφραστεί ενεργότερα στη γαλλική πολιτική σκηνή.
«Δεν είμαι υποψήφια για τίποτα, αλλά είμαι πολύ πρόθυμη να προστατεύεται η Ευρώπη, να είναι η Ευρώπη το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας», δήλωσε η πρόεδρος της ΕΚΤ στο τηλεοπτικό κανάλι Euronews. Σε ερώτηση αν θα επιδιώξει αυτόν τον στόχο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ή μέσα από τον σημερινό της ρόλο, η Λαγκάρντ απάντησε ότι «θα εξηγήσει ότι με οποιαδήποτε ιδιότητα θα είμαι πιο αποτελεσματική».
Η συζήτηση για τις επόμενες εκλογές εντάθηκε αυτή την εβδομάδα, καθώς η ηγέτιδα της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν έλαβε δικαστική έγκριση να διεκδικήσει το προεδρικό αξίωμα, παρά την προηγούμενη καταδίκη της για υπεξαίρεση. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και νέα δυναμική στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Ο πληθωρισμός και η στάση της ΕΚΤ
Η Λαγκάρντ ρωτήθηκε επίσης για την πρόσφατη αύξηση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη, που αποδίδεται στις οικονομικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν. Η κατάσταση αυτή οδήγησε την ΕΚΤ να προχωρήσει τον περασμένο μήνα σε αύξηση των επιτοκίων για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τρία χρόνια.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι ο μεσοπρόθεσμος προσανατολισμός της Τράπεζας παραμένει σταθερός: «Πρέπει να δούμε τον πληθωρισμό να επιστρέφει στο 2% σε περίπου τρία χρόνια και αυτό έχουμε με τις προβλέψεις που παράγουμε», ανέφερε στο Euronews.
Την ίδια στιγμή, οι χρηματιστές εντείνουν τα στοιχήματά τους για νέες αυξήσεις επιτοκίων, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο.








