H Κατερίνα Χαρβάτη και η ερευνητική της ομάδα φέρνουν στο φως νέα δεδομένα για την ανθρώπινη εξέλιξη, αμφισβητώντας μία από τις πιο διαδεδομένες θεωρίες της παλαιοανθρωπολογίας.

Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Communications», η αύξηση του μεγέθους του εγκεφάλου και η ταυτόχρονη μείωση του προσώπου και της γνάθου δεν προέκυψαν απαραίτητα μέσα από μια συνεχή διαδικασία φυσικής επιλογής, αλλά μέσα από πιο αργούς και περιορισμένους εξελικτικούς μηχανισμούς.

Το γένος Homo, στο οποίο ανήκει ο σύγχρονος άνθρωπος, εμφανίστηκε πριν από περίπου 2,5 εκατομμύρια χρόνια. Στην πορεία, τα είδη του παρουσίασαν σταδιακή αύξηση του εγκεφάλου και μείωση του μεγέθους του προσώπου, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν οι συμπεριφορές τους. Η χρήση λίθινων εργαλείων έγινε πιο εκτεταμένη, οι πληθυσμοί εξαπλώθηκαν σε νέες περιοχές και οι κοινωνικές δομές έγιναν πιο σύνθετες.

Για δεκαετίες, επικρατούσε η άποψη ότι η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας συνεχούς, κατευθυνόμενης φυσικής επιλογής. Οι μεγαλύτεροι εγκέφαλοι θεωρούνταν πλεονέκτημα για τις γνωστικές ικανότητες, ενώ τα μικρότερα πρόσωπα και οι γνάθοι συνδέονταν με μειωμένες ενεργειακές απαιτήσεις, λόγω της αυξανόμενης χρήσης εργαλείων.

Η νέα έρευνα, ωστόσο, με επικεφαλής την καθηγήτρια Χαρβάτη, διευθύντρια του Κέντρου Ανθρώπινης Εξέλιξης και Παλαιοπεριβάλλοντος Senckenberg (SHEP) του Πανεπιστημίου του Τίμπινγκεν, και τον ερευνητή Μαρκ Χούμπε από το Πανεπιστήμιο του Τενεσί, υποδεικνύει ότι η εξελικτική διαδικασία ήταν πιο σύνθετη από όσο θεωρούσαν οι επιστήμονες μέχρι σήμερα.

Τι έδειξε η ανάλυση 87 απολιθωμάτων

Οι ερευνητές ανέλυσαν τρισδιάστατες μετρήσεις από 87 κρανία απολιθωμάτων του γένους Homo, όπως του Homo habilis, του Homo erectus, του Homo heidelbergensis, των Νεάντερταλ και πρώιμων Homo sapiens. Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα καλά διατηρημένα απολιθώματα των τελευταίων δύο εκατομμυρίων ετών, καθιστώντας τη μελέτη μία από τις πιο ολοκληρωμένες στο πεδίο της.

«Συγκρίναμε αυτό το εξαιρετικό σύνολο δεδομένων με έξι διαφορετικά εξελικτικά μοντέλα χρησιμοποιώντας στατιστικές αναλύσεις για να αξιολογήσουμε ποιο μοντέλο αντιστοιχεί καλύτερα στις παρατηρούμενες αλλαγές στη μορφολογία της κεφαλής και του προσώπου στο γένος Homo», εξηγεί η κ. Χαρβάτη. Τα μοντέλα περιελάμβαναν τη φυσική επιλογή, την ουδέτερη εξέλιξη, την εξελικτική “στάση” και τη “διακεκομμένη ισορροπία”.

Οι αναλύσεις επιβεβαίωσαν τις γνωστές τάσεις αύξησης του εγκεφάλου και μείωσης του προσώπου, ωστόσο έδειξαν ότι οι αλλαγές αυτές δεν φαίνεται να οφείλονται αποκλειστικά σε σταθερή φυσική επιλογή. Όπως επισημαίνει η Ελληνίδα παλαιοανθρωπολόγος, τυχαίες γενετικές μεταλλάξεις, σταθεροποιητικοί παράγοντες και βιολογικοί περιορισμοί πιθανότατα έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις του εγκεφάλου, όπως στον Homo heidelbergensis και αργότερα στους Homo sapiens και τους Νεάντερταλ, φαίνεται να συνέβησαν όταν οι εξελικτικοί περιορισμοί ήταν λιγότερο έντονοι. Οι ερευνητές αποδίδουν αυτή την εξέλιξη σε παράγοντες όπως η αναπτυξιακή βιολογία, οι μεταβολικές συνθήκες και κυρίως η πολιτισμική καινοτομία.

«Περίοδοι έντονης τεχνολογικής και πολιτισμικής καινοτομίας μπορούν να πυροδοτήσουν ταχύτερες εξελικτικές αλλαγές. Τέτοιες αλλαγές επέτρεψαν στους προγόνους μας να ανταποκριθούν στις διατροφικές απαιτήσεις μεγαλύτερων εγκεφάλων και να αξιοποιήσουν πλήρως τα οφέλη των υψηλότερων γνωστικών ικανοτήτων», σημειώνει ο Μαρκ Χούμπε.