Στον εντοπισμό ενός εκτεταμένου δικτύου οικονομικής απάτης προχώρησαν οι ουκρανικές φορολογικές αρχές, αποκαλύπτοντας ότι περισσότερες από 2.300 εικονικές επιχειρήσεις κατάφεραν να διοχετεύσουν στο εξωτερικό ποσό που αγγίζει τα 4,7 δισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 198 δισεκατομμύρια χρίβνια).
Η παράνομη δραστηριότητα, η οποία εκτείνεται από το 2024 έως το πρώτο τρίμηνο του 2026, βασίστηκε σε εικονικές εμπορικές συναλλαγές, προκαλώντας έντονες ανησυχίες για τα επίπεδα διαφθοράς και την οικονομική εποπτεία στη χώρα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κρατικής Φορολογικής Υπηρεσίας της Ουκρανίας, η συντριπτική πλειοψηφία των ύποπτων δραστηριοτήτων αφορούσε εξαγωγικές διαδικασίες.
Συγκεκριμένα, 1.243 εταιρείες πραγματοποίησαν αποστολές αγαθών αξίας άνω των 176 δισεκατομμυρίων χρίβνιων, ενώ άλλες 555 διαχειρίστηκαν εισαγωγές που ξεπέρασαν τα 18 δισεκατομμύρια χρίβνια.
Η υπηρεσιακή επικεφαλής της Φορολογικής Υπηρεσίας, Λέσια Καρνάουχ, υπογράμμισε ότι το σχέδιο είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις, καθώς εντοπίστηκαν επτά πρόσωπα που εμφανίζονταν ταυτόχρονα ως διευθυντές ή ιδρυτές σε περισσότερες από 500 εταιρείες ο καθένας, ελέγχοντας συνολικά πάνω από 7.000 επιχειρηματικές οντότητες.
Οι αρχές οδηγήθηκαν στα ίχνη του δικτύου καθώς οι εμπλεκόμενες εταιρείες χρησιμοποιούσαν κοινές διευθύνσεις IP, υπέβαλαν τις οικονομικές τους αναφορές από τα ίδια δίκτυα υπολογιστών και δήλωναν τις ίδιες έδρες.
Τα στοιχεία για 557 από αυτές τις επιχειρήσεις, στα οποία εντοπίζονται ενδείξεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, έχουν ήδη διαβιβαστεί στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Αν και η φορολογική υπηρεσία δεν κατονόμασε τα συγκεκριμένα προϊόντα, οι υποψίες στρέφονται στον ισχυρό αγροτικό τομέα της χώρας, ο οποίος αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των συνολικών εξαγωγών της.
Ο κλάδος πλήττεται συχνά από το φαινόμενο των «μαύρων σιτηρών», όπου τα προϊόντα αγοράζονται με μετρητά, μεταπωλούνται διαδοχικά μέσω εικονικών εταιρειών για να νομιμοποιηθούν και μερικές φορές δηλώνονται ως γεωργικά απόβλητα για την αποφυγή υψηλών φόρων, με τα κέρδη να καταλήγουν σε ξένες τράπεζες.
Η κατάσταση αυτή περιπλέκει τις διεθνείς σχέσεις του Κιέβου, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αναστείλει από το 2022 τους δασμούς και τις ποσοστώσεις στα ουκρανικά αγροτικά προϊόντα για τη στήριξη της οικονομίας της χώρας.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες από αγρότες σε χώρες όπως η Πολωνία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία, οι οποίοι κατήγγειλαν αθέμιτο ανταγωνισμό, αναγκάζοντας τελικά την ΕΕ να τερματίσει το προνομιακό καθεστώς τον Ιούνιο του 2025.
Η αποκάλυψη έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ουκρανία δέχεται δισεκατομμύρια σε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τη Δύση, ενώ παράλληλα η Μόσχα χρησιμοποιεί πολιτικά το ζήτημα, κατηγορώντας το Κίεβο για συστηματική υπεξαίρεση των δυτικών πόρων μέσω αλυσίδων διαφθοράς.
Ταυτόχρονα, οι ουκρανικές αρχές συνεχίζουν τις εσωτερικές έρευνες, με πρόσφατο παράδειγμα την εξάρθρωση κυκλώματος δωροδοκίας ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων στην κρατική εταιρεία Energoatom, η οποία οδήγησε στη σύλληψη του πρώην υπουργού Ενέργειας, Γκαλουσένκο, τον Φεβρουάριο, κατά την προσπάθειά του να εγκαταλείψει τη χώρα.