Κοντά 9 χρόνια από τη μυστηριώδη εξαφάνιση της Χριστίνας Εξαρχουλέα στη Στούπα Δυτικής Μάνης και μάρτυρες φέρνουν στο φως τις τελευταίες κινήσεις της.

Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου 2017, η Χριστίνα Εξαρχουλέα μετά τον έντονο καυγά που είχε τον σύζυγό της κάνει ωτοστόπ στον κεντρικό δρόμο Στούπας – Καρδαμύλης – Κάμπου – Καλαμάτας, στο ύψος της Καρδαμύλης. Μία διερχόμενη οδηγός σταματά και τη μεταφέρει μέχρι τον Κάμπο Δυτικής Μάνης.

Τι είπε η μάρτυρας που τη μετέφερε

«Φεύγοντας από το Δημαρχείο Δυτικής Μάνης όπου εργάζομαι συνάντησα την Χριστίνα στην Καρδαμύλη, κοντά στο σχολείο, στο ρεύμα προς Καλαμάτα. Ήταν μόνη της, πεζή και μου έκανε σήμα να σταματήσω. Στην Καρδαμύλη το ωτοστόπ είναι κάτι συνηθισμένο. Την γνώριζα και την πήρα με το αυτοκίνητό μου, καθώς μου είπε πως πήγαινε προς τον Κάμπο…

Η Χριστίνα είχε μαζί της ένα τσαντάκι τύπου μπανάνα στην μέση της και μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών γεμάτη περίπου μέχρι την μέση, αλλά φαινόταν ελαφριά. Θα μπορούσε να περιέχει λίγα ρούχα.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, το κινητό της τηλέφωνο χτύπησε τέσσερις με πέντε φορές, όμως εκείνη δεν απάντησε σε καμία κλήση. Μου έκανε εντύπωση πως φαινόταν ενοχλημένη κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, χωρίς όμως να τη ρωτήσω ποιος την καλούσε γιατί δεν ήθελα να γίνω αδιάκριτη. Στον δρόμο δεν συζητήσαμε κάτι ιδιαίτερο πέρα από ότι πήγαινε εκεί να συζητήσει για μια δουλειά στα χωράφια

Η διαδρομή κράτησε περίπου δεκαπέντε λεπτά και την άφησα έξω από το παλιό Δημαρχείο του Κάμπου…Τελευταία φορά την είδα λίγα λεπτά αργότερα. Μιλούσε στο κινητό και πήγαινε προς το κέντρο του χωριού».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνεται χρονικά με την τελευταία ενεργοποίηση του κινητού τηλεφώνου της, στις 13:29 το μεσημέρι, από κεραία κινητής τηλεφωνίας που καλύπτει την περιοχή Σταυροπηγίου, Κάμπου και Μάλτας. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το κινητό της τηλέφωνο δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ ξανά.

Λίγη ώρα αργότερα, περίπου στις 13:45 το μεσημέρι , η 57χρονη εντοπίζεται ξανά από διερχόμενο οδηγό ταξί. Αυτή τη φορά βρίσκεται στη στάση λεωφορείου, κοντά στη διασταύρωση για Μάλτα Δυτικής Μάνης, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καρδαμύλη…στο δρόμο δηλαδή της επιστροφής.

Ο μάρτυρας οδηγός ταξί

«Εκείνη την ημέρα που είδα την Χριστίνα, γύριζα από την Καλαμάτα, θα πρέπει να ήταν περίπου 13:45 ώρα. Λίγο μετά το Σταυροπήγιο, στο ύψος της διασταύρωσης, που πάει για την Μάλτα υπάρχει μια στάση λεωφορείου, που έχει ένα κουβούκλιο για την βροχή. Η Χριστίνα στεκόταν, όρθια, μόνη της, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καρδαμύλη, λίγα μέτρα μετά την στάση και είχε μια διπλωμένη μαύρη σακούλα, την οποία την είχε κάτω από την μασχάλη της και δεν φαινόταν να είναι ούτε ογκώδης, ούτε βαριά, θα πρέπει να είχε λίγα πράγματα μέσα και θα μπορούσε να είναι ακόμα και άδεια και να είναι απλά διπλωμένη. Από την στάση του σώματός της, κατάλαβα ότι δεν περπατούσε, απλά στεκόταν και φαινόταν να θέλει να πάει προς Καρδαμύλη. Δεν μου έκανε κανένα σήμα να σταματήσω».

Οι Αρχές εκτιμούν πως η Χριστίνα είχε αλλάξει πορεία και είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι όπου την περίμενε ο σύζυγός της και της είχε μαγειρέψει…

Δυόμισι ώρες αργότερα, γύρω στις 16:00 άλλη διερχόμενη οδηγός ταξί την βλέπει να κινείται πεζή κοντά στο Δημαρχείο, επί του κεντρικού δρόμου Στούπας – Καρδαμύλης – Κάμπου – Καλαμάτας.

Περπατά στην άκρη του δρόμου, ακολουθώντας πορεία προς τη Στούπα, δηλαδή προς την κατεύθυνση όπου βρισκόταν το σπίτι της.

«Γύρω στις 16:00 θα πρέπει να είχαμε φτάσει στην Καρδαμύλη. Εκεί, στον κεντρικό δρόμο Στούπας – Καρδαμύλης – Καλαμάτας και στο ύψος μεταξύ του Δημαρχείου της Καρδαμύλης και του Κ.Ε.Π., είδα την Χριστίνα, η οποία ήταν μόνη της, πεζή και βάδιζε στην πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας, που οδηγεί προς Καλαμάτα, αλλά η πορεία της ήταν προς την Στούπα, δηλαδή, αντίθετα της πορείας των αυτοκινήτων. Περπατούσε επάνω στο πεζοδρόμιο και δεν υπήρχε κίνδυνος να την χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο, όταν την είδα. Δεν πρόσεξα κάτι περίεργο ούτε αν κρατούσε κάτι».

Για τις Αρχές, η διαδρομή που ακολούθησε εκείνη την ημέρα θεωρείται κρίσιμη. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η Χριστίνα Εξαρχουλέα επέστρεφε στην οικία της, όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος σύζυγός της και εκεί τέλειωσε η ζωή της.

Το πορτοφόλι-μπανάνα που φορούσε στη μέση της βρέθηκε εκεί όπως και τα γυαλιά της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά την ημέρα της εξαφάνισής της ήταν εκείνος. Και μετά τις 13:29 το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου 2017 καμία κλήση δεν καταγράφηκε ξανά από το κινητό τηλέφωνο της άτυχης γυναίκας.

Γιατί οι Αρχές «μιλούν» για δολοφονία και καταζητούν το σύζυγο της Χριστίνας Εξαρχουλέα

Οι ελληνικές Αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα, πως η 57χρονη έπεσε θύμα δολοφονικής ενέργειας από το σύζυγό της, που την κακοποιούσε.

Σε βάρος του έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης για ανθρωποκτονία από πρόθεση, αφού φρόντισε να εξαφανιστεί κάπου στις ΗΠΑ. Οι αντιφάσεις στις περιγραφές που έδινε ο φερόμενος ως δράστης μετά την εξαφάνιση της γυναίκας του, η φυγή του ενώ οι έρευνες βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, αλλά και οι μαρτυρίες συγγενών και φίλων του ζευγαριού, άρχισαν να συνθέτουν τα κομμάτια στο παζλ της υπόθεσης που ανέδειξε η εκπομπή «Φως στο Τουνελ».

Οι Αρχές εκτιμούν πως η Χριστίνα Εξαρχουλέα δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι που ζούσε με τον σύζυγό της ο οποίος φρόντισε μετά να εξαφανίσει τη σορό της, αλλά και κάθε ίχνος της πράξης του και πριν διαφύγει στο εξωτερικό.

Το βούλευμα αναφέρει:

«Η Χριστίνα Εξαρχουλέα δολοφονήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2017, στο σπίτι όπου έμενε με τον σύζυγό της. Ο χρόνος προσδιορίζεται από τις 16:00 το απόγευμα έως τις 21:00 το βράδυ».

Ο καταζητούμενος σύζυγος είχε μιλήσει τότε στην Αγγελική Νικολούλη, όταν κατάφερε να τον εντοπίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επέμενε πως είδε τη γυναίκα του να φεύγει από το σπίτι κρατώντας μία μαύρη σακούλα σκουπιδιών.

Αρχικά υποστήριζε πως ανάμεσά τους δεν υπήρξε κανένας καβγάς. Στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα είχαν έντονο διαπληκτισμό.

Έλεγε πως δεν γνώριζε το παραμικρό για την εξαφάνισή της και πως είχε προσπαθήσει να τη στηρίξει στα προβλήματα που –όπως ανέφερε– αντιμετώπιζε.

Τριάντα πέντε ημέρες μετά την εγκληματική του πράξη ταξίδεψε στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι είχε ενημερώσει προηγουμένως τις Αρχές. Από τότε δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα, ούτε ενδιαφέρθηκε για την πορεία των ερευνών η την τύχη της συζύγου του.

Στις υποψίες των Αρχών περί εγκληματικής ενέργειας, που είχαν ήδη ενισχυθεί από μαρτυρίες για τους έντονους καβγάδες του ζευγαριού, προστέθηκαν δύο κρίσιμα ευρήματα. Οι τομές από μαχαίρι σε ξύλινη ντουλάπα του σπιτιού και ένα ιδιόχειρο σημείωμα μέσα στο πορτοφόλι της Χριστίνας Εξαρχουλέα.

«Σε ξύλινη ντουλάπα, εντός του πρώτου ορόφου του σπιτιού, εντοπίστηκαν χαρακιές, που πιθανότατα προέρχονται από βίαιες τομές μαχαιριού. Τα συγκεκριμένα ίχνη παραπέμπουν σε χτυπήματα, με σκοπό τον εκφοβισμό του θύματος, σε παρελθοντικό χρόνο, κατά τη διάρκεια έντονων τσακωμών τους και απειλών του κατηγορουμένου, με αυτόν τον τρόπο, για τη ζωή του θύματος», αναφέρει η αστυνομία.

Στο χαρτί με τις ιδιόχειρες σημειώσεις, που αποδίδονται γραφολογικά στον φερόμενο ως δράστη και φέρουν την υπογραφή του, αναγράφεται:

«Συγγνώμη σε όλους, ο Θεός θα σας κρίνει εάν υπάρχει. Σε αγαπώ, Xristina και Briana».

Στο σημείωμα αυτό, εκφράζει την ανάγκη του για συγχώρεση από τον θεό, προφανώς για τις πράξεις του και παράλληλα αποτυπώνει την δήθεν αγάπη του, για το θύμα (Χριστίνα) και την κόρη του (Briana).

Το σημείωμα αυτό, πιθανολογείται ότι αποτελεί τον τρόπο του κατηγορουμένου, να ζητήσει, έστω και έτσι, συγνώμη, για την ανθρωποκτονία σε βάρος του θύματος, γνωρίζοντας ότι σε κάποιο στάδιο της έρευνας, επρόκειτο να εξερευνηθεί η οικία όπου διέμεναν.

To σημείωμα αυτό βρέθηκε μέσα σε τσαντάκι μέσης τύπου “μπανάνα”, το οποίο συνήθιζε να χρησιμοποιεί η άτυχη Χριστίνα και πιθανότατα πρόκειται για εκείνο που φορούσε στη μέση της την ημέρα που χάθηκαν τα ίχνη της, όπως περιγράφεται από μάρτυρες στις καταθέσεις τους. Σύμφωνα με τις Αρχές, αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι η άτυχη γυναίκα επέστρεψε στο σπίτι της.

Η προσπάθεια αποπροσανατολισμού των ερευνών

Ο καταζητούμενος, κατά το πρώτο διάστημα των ερευνών, υποστήριζε πως η γυναίκα του αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα… Δήλωσε την εξαφάνισή της αποκρύπτοντας τον έντονο καβγά τους, και ταυτόχρονα ανέφερε στις Αρχές πως φοβόταν για τη ζωή της…

Υποστήριξε ότι το 2012 η Χριστίνα Εξαρχουλέα είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει με συνδυασμό χαπιών και αλκοόλ. Οι αρχές διερεύνησαν τα όσα τους είπε και κατέληξαν στα εξής

«Δεν προέκυψε εισαγωγή της θανούσας στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας ή το Κέντρο Υγείας Αγίου Νικολάου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως και το 2014».

Αν και τον Φεβρουάριο του 2017 η θανούσα είχε εξαφανιστεί πάλι για διάστημα δύο ημερών, γεγονός που δείχνει ότι η φυγή της δεν ήταν μια συμπεριφορά που δεν έχει έρθει στο παρελθόν αντιμέτωπος ο κατηγορούμενος, προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση το γεγονός ότι ενώ τότε δεν είχε ειδοποιήσει σχετικά τις αρχές, αυτή τη φορά άμεσα κατήγγειλε την εξαφάνισή της, διατυπώνοντας μάλιστα φόβους για το ενδεχόμενο αυτοκτονίας.

Οι έρευνες για τον εντοπισμό του καταζητούμενου συνεχίζονται για μια δολοφονία που σύμφωνα με την εκτίμησή των δικαστικών λειτουργών σχεδιάστηκε με προσοχή και σκηνοθετήθηκε ως εξαφάνιση.

Το «Φως στο Τούνελ» αποκάλυψε το βράδυ της Παρασκευής (22/5) άγνωστες πτυχές της υπόθεσης και τα όσα σήμερα υποστηρίζουν μάρτυρες-κλειδιά σε Ελλάδα και ΗΠΑ.

Τι λέει στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» η αδελφή του καταζητούμενου

Η Αγγελική Νικολούλη και η ομάδα της, μελετώντας ηλεκτρονικά ίχνη, διευθύνσεις, αριθμούς τηλεφώνων και ψηφιακά δεδομένα που φαίνεται να συνδέονται με τον φυγόδικο, κατάφεραν κατά τη διάρκεια της ζωντανής εκπομπής να φτάσουν σε συγγενικά του πρόσωπα.

Την ώρα που νέες πληροφορίες για τα ίχνη του ιδίου προέκυπταν συνεχώς στον «αέρα», η τηλεφωνική επικοινωνία με την αδελφή του που εντοπίστηκε, εξελίχθηκε σε μια αποκαλυπτική μαρτυρία για τον χαρακτήρα και τη ζωή του. «Δεν έχω καμία σχέση μαζί του. Η Χριστίνα ήταν ξαδέρφη μου αλλά δεν επικοινωνούσαμε συχνά. Το 2017 που είχα έρθει στην Ελλάδα είχαμε πάει για φαγητό και μετά δεν τους ξαναείδα. Δεν μου είχε πει τίποτα για το αν την χτυπούσε, γιατί δεν είχαμε σχέσεις. Τον είδα τελευταία φορά όταν είχα έρθει στην Ελλάδα και από τότε δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ…» είπε χαρακτηριστικά.

Όταν η δημοσιογράφος τη ρώτησε αν γνωρίζει πού βρίσκεται σήμερα, εκείνη επιβεβαίωσε ουσιαστικά τα στοιχεία που είχε ήδη εντοπίσει το «Τούνελ». «Έχω ακούσει ότι είναι στο Μίσιγκαν, αλλά δεν ξέρω τίποτα άλλο. Σας το ορκίζομαι. Δεν μιλάμε, δεν έχουμε καμία επαφή…» ανέφερε με ένταση στη φωνή. Η ίδια αποκάλυψε πως η σχέση τους είχε διαρραγεί οριστικά εδώ και χρόνια, περιγράφοντας έναν άνθρωπο επιθετικό και εκμεταλλευτή. «Τον βοήθησα όσο δεν πάει. Ήρθε στην Αμερική και έμεινε σπίτι μου έξι μήνες. Κουράστηκα να τον βοηθάω και να εκμεταλλεύεται τους πάντες. Από μικρός έτσι ήταν…» είπε.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε και στη συμπεριφορά του απέναντι στην πρώτη του σύζυγο στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ήταν βίαιος και με την πρώην γυναίκα του. Εκείνη τον φοβόταν. Δεν τον είχε καταγγείλει ποτέ, αλλά φοβόταν πραγματικά γι’ αυτό έφυγε…» αποκάλυψε. Μιλώντας για την κόρη του από τον πρώτο του γάμο, η γυναίκα αποκάλυψε πως ούτε μαζί της διατηρεί σχέσεις. «Δεν είχε καμία επαφή με το παιδί του από όταν πήρε διαζύγιο. Κάποια στιγμή τα είχαν ξαναβρεί αλλά της πήρε χρήματα και την εκμεταλλεύτηκε. Της έφαγε τρεις χιλιάδες δολάρια και από τότε δεν του ξαναμίλησε ποτέ. Αυτός είναι ο αδελφούλης μου…» είπε με πικρία.

Για την υπόθεση της Χριστίνας Εξαρχουλέα και το διεθνές ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εις βάρος του αδελφού της, η ίδια εμφανίστηκε προβληματισμένη αλλά και αιχμηρή. «Δεν φεύγει κάποιος από την Ελλάδα λίγες εβδομάδες μετά την εξαφάνιση της γυναίκας του. Είναι ύποπτο… Τσακώνονταν συνέχεια. Οτιδήποτε μπορεί να έχει συμβεί…» ανέφερε χαρακτηριστικά