Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κατέληξαν σε συμφωνία για τον νέο νόμο που αφορά τις επιστροφές μεταναστών, ο οποίος προβλέπει κατ’ οίκον έρευνες και δημιουργία κέντρων επιστροφής εκτός ΕΕ με στόχο την ταχύτερη διαδικασία απέλασης.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και των χωρών της ΕΕ ολοκληρώθηκαν χωρίς αποτέλεσμα, καθώς υπήρξε διάσταση απόψεων σχετικά με το πότε θα τεθεί σε ισχύ ο νέος «κανονισμός για τις επιστροφές». Ευρωβουλευτές και διπλωμάτες συγκρούστηκαν κυρίως για το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής του.
Ο νόμος επιδιώκει την επιτάχυνση των επιστροφών παράτυπων μεταναστών μέσω αυστηρότερων μέτρων, όπως η λειτουργία κέντρων απέλασης εκτός ΕΕ, η παράταση της διάρκειας κράτησης και η επιβολή απαγορεύσεων εισόδου για υπηκόους τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα παραμονής στην Ευρώπη.
Αδιέξοδο στις συνομιλίες
Μετά από τρεις γύρους διαπραγματεύσεων στο Στρασβούργο, οι συζητήσεις διακόπηκαν και αναμένεται να συνεχιστούν την 1η Ιουνίου. Σύμφωνα με πηγές που συμμετείχαν, το μοναδικό σημείο τριβής ήταν το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.
Το Κοινοβούλιο ζητά άμεση εφαρμογή του νόμου, ενώ τα κράτη-μέλη προτείνουν διετή μεταβατική περίοδο, επικαλούμενα την ανάγκη προσαρμογής των εθνικών συστημάτων. Διπλωμάτες δήλωσαν στο Euronews ότι όλα τα υπόλοιπα ζητήματα έχουν συμφωνηθεί σε προσωρινό επίπεδο.
«Δεδομένης της επείγουσας κατάστασης στο μεταναστευτικό, αντιταχθήκαμε κατηγορηματικά σε προτάσεις για αναβολή της εφαρμογής του κατά ένα ή ακόμη και δύο χρόνια. Τέτοιες καθυστερήσεις είναι αδικαιολόγητες», ανέφερε στο Euronews ο διαπραγματευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελαμί.
Από την άλλη πλευρά, η ευρωβουλευτής των Πρασίνων/ΕFA Μελίσα Καμαρά χαρακτήρισε τη συνεδρίαση «παρωδία διαπραγμάτευσης», υποστηρίζοντας ότι οι συνομιλητές «επικεντρώθηκαν σε μια γελοία διαμάχη για το πότε θα άρχιζε να εφαρμόζεται το κείμενο» αντί να προωθήσουν ένα «αξιοπρεπές και ανθρώπινο» νομοθέτημα.
Σκληρότερο πλαίσιο για τις επιστροφές
Το προσωρινό κείμενο του κανονισμού δίνει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να ερευνούν τον «τόπο διαμονής ή άλλους σχετικούς χώρους» παράτυπων μεταναστών, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης «προηγούμενης δικαστικής ή διοικητικής εντολής». ΜΚΟ έχουν συγκρίνει τη διάταξη αυτή με τις εφόδους της αμερικανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων.
Επιπλέον, ο νόμος επιτρέπει την επιστροφή μεταναστών σε τρίτες χώρες με τις οποίες η ΕΕ έχει διμερείς συμφωνίες για τη δημιουργία «κόμβων επιστροφής». Το σημείο αυτό υποστηρίχθηκε τόσο από το Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο, με ορισμένα κράτη να έχουν ήδη αναλάβει πρωτοβουλίες, όπως η Ιταλία με το σχέδιο στην Αλβανία.
Παράλληλα, ο κανονισμός προβλέπει τη δυνατότητα απέλασης οικογενειών με παιδιά, εξαιρουμένων μόνο των ασυνόδευτων ανηλίκων. Αντίθετα, αποσύρθηκε η διάταξη που θα επέτρεπε συνομιλίες με μη αναγνωρισμένες οντότητες τρίτων χωρών, μετά τις αντιδράσεις για πιθανή συνεργασία με μη δημοκρατικά καθεστώτα.
Αύξηση διάρκειας κράτησης και απαγορεύσεων εισόδου
Η μέγιστη διάρκεια κράτησης για παράτυπους μετανάστες αυξάνεται από έξι μήνες σε δύο χρόνια, ενώ για όσους θεωρούνται απειλή για την ασφάλεια δεν θα υπάρχει χρονικός περιορισμός. Οι απαγορεύσεις εισόδου επεκτείνονται από πέντε σε δέκα χρόνια, με δυνατότητα ισόβιας απαγόρευσης για περιπτώσεις που συνδέονται με λόγους ασφάλειας.
Επιπλέον, τροποποιείται το καθεστώς αναστολής των απελάσεων: πλέον η αναστολή δεν θα είναι αυτόματη, αλλά θα αποφασίζεται κατά περίπτωση από τις δικαστικές αρχές.
Προς συμφωνία τον Ιούνιο
Παρά την προσωρινή αναβολή, Κοινοβούλιο και Συμβούλιο φαίνεται να συγκλίνουν στην ανάγκη αυστηρότερης πολιτικής επιστροφών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιέζει για ολοκλήρωση της συμφωνίας πριν την έναρξη ισχύος του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στα μέσα Ιουνίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μόλις το 28% των μεταναστών στους οποίους έχει εκδοθεί εντολή απομάκρυνσης επιστρέφεται εκτός Ευρώπης. Μετά την επίτευξη συμφωνίας, το τελικό κείμενο θα πρέπει να εγκριθεί από τους ευρωβουλευτές και τα κράτη- μέλη.
Τέλος, στο Κοινοβούλιο, το ΕΛΚ αναμένεται να ευθυγραμμιστεί με τις ακροδεξιές ομάδες για την τελική έγκριση του νόμου, ενώ οι ομάδες της Αριστεράς δηλώνουν ότι θα τον καταψηφίσουν, εκφράζοντας ανησυχίες για τη συμβατότητά του με τα θεμελιώδη δικαιώματα.








