Η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της επιστημονικής και ερευνητικής συζήτησης, καθώς νέα μελέτη επιχειρεί να δώσει μια διαφορετική ερμηνεία για τον σκοπό του εμβληματικού μνημείου που δεσπόζει στην Αίγυπτο.
Εδώ και δεκαετίες, εναλλακτικές θεωρίες αμφισβητούν την παραδοσιακή άποψη ότι η πυραμίδα λειτούργησε αποκλειστικά ως βασιλικός τάφος. Μια πρόσφατη έρευνα προτείνει ότι η Πυραμίδα του Χέοπα ίσως δημιουργήθηκε ως ένα «πολύπλοκο σύστημα επικοινωνίας κοσμικής κλίμακας».
Η μελέτη, που δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε επιστημονική αξιολόγηση (peer review), υποστηρίζει ότι η γεωγραφική θέση, οι αρχιτεκτονικές αναλογίες και ο προσανατολισμός της πυραμίδας σε σχέση με την περιστροφή της Γης θα μπορούσαν να της επιτρέψουν να λειτουργεί ως «διαστημικός βαρυτικός πομπός».
Σύμφωνα με την έρευνα, η Μεγάλη Πυραμίδα ανεγέρθηκε σε εξαιρετικά συγκεκριμένο σημείο, το οποίο ενδέχεται να εμπεριέχει ένα μαθηματικό μήνυμα. Η τοποθεσία της, στο γεωγραφικό πλάτος 29,979234°, παραπέμπει –όταν μετακινηθεί η υποδιαστολή– στην ταχύτητα του φωτός (299.792.458 μέτρα ανά δευτερόλεπτο), κάτι που ο συγγραφέας θεωρεί πιθανώς σκόπιμο.
Ωστόσο, επικριτές επισημαίνουν ότι η σύγκριση αυτή βασίζεται σε σύγχρονα συστήματα μέτρησης, τα οποία δεν υπήρχαν στην αρχαία Αίγυπτο. Παράλληλα, φυσικοί σημειώνουν πως δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι πυραμίδες μπορούν να παράγουν βαρυτικά σήματα ή να λειτουργούν ως μηχανισμοί μετάδοσης ενέργειας.
Η θεωρία του Ιρανού ερευνητή
Ο Τζαλάλ Τζαφαρί, από το Laser and Plasma Institute του Πανεπιστημίου Shahid Beheshti στο Ιράν, δήλωσε ότι η μελέτη του αποτελεί θεωρητική διερεύνηση. Η προσέγγισή του συνδέεται με παλαιότερες απόψεις ερευνητών της εναλλακτικής ιστορίας, οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι η Μεγάλη Πυραμίδα σχεδιάστηκε για να αξιοποιεί τη φυσική ενέργεια της Γης ή να επικοινωνεί με εξωγήινους πολιτισμούς.
Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες, η κατασκευή ενδέχεται να λειτούργησε ως ασύρματος πομπός ενέργειας ή ήχου, αξιοποιώντας τις συντονιστικές ιδιότητες του γρανίτη. Οι αρχαιολόγοι, από την πλευρά τους, επιμένουν ότι οι πυραμίδες ήταν βασιλικά ταφικά μνημεία, ενώ οι φυσικοί τονίζουν πως δεν υπάρχει γνωστός μηχανισμός που να επιτρέπει σε μια τέτοια δομή να λειτουργεί ως βαρυτικός πομπός.
Η γεωμετρία και η ευθυγράμμιση των Πυραμίδων
Ο Τζαφαρί εστιάζει στις τρεις πυραμίδες του οροπεδίου της Γκίζας —του Χέοπα, του Χεφρήνου και του Μυκερίνου— οι οποίες είναι ευθυγραμμισμένες με ακρίβεια από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά. Η μελέτη του Μαρτίου 2025 επικαλείται προηγούμενη δημοσίευση στο περιοδικό Nature, σύμφωνα με την οποία οι πλευρές της Μεγάλης Πυραμίδας ευθυγραμμίζονται με τα σημεία του ορίζοντα με απόκλιση μόλις 0,06 μοιρών.
Ο ερευνητής θεωρεί ότι αυτό το επίπεδο ακρίβειας υποδηλώνει προχωρημένη γνώση γεωμετρίας, αστρονομίας και γεωδαισίας στην αρχαία Αίγυπτο. Κεντρικό σημείο της εργασίας του αποτελεί η αριθμητική σχέση ανάμεσα στο γεωγραφικό πλάτος της Πυραμίδας και στην ταχύτητα του φωτός, την οποία χαρακτηρίζει «στατιστικά εξαιρετική».
Η υπόθεση του «βαρυτικού σήματος»
Στο πλαίσιο της θεωρίας, ο Τζαφαρί εξετάζει εάν η τεράστια μάζα και η ακριβής θέση της Πυραμίδας θα μπορούσαν να επηρεάζουν, έστω ελάχιστα, τη βαρυτική σχέση της Γης με τον Ήλιο. Συγκρίνει τη βαρυτική έλξη του Ήλιου στη Γη με την πολύ μικρότερη που ασκείται στην Πυραμίδα του Χέοπα.
Αν και αναγνωρίζει ότι η επίδραση της πυραμίδας είναι απειροελάχιστη, προτείνει ότι η καθημερινή περιστροφή της Γης θα μπορούσε να δημιουργεί μικρές αλλά σταθερές μεταβολές σε ένα ευρύτερο βαρυτικό μοτίβο. Σε αυτό το μοντέλο, η τροχιά της Γης γύρω από τον Ήλιο λειτουργεί ως «φορέας σήματος», ενώ η Πυραμίδα ως «διαμορφωτής» που μεταβάλλει ελαφρά το σήμα με την πάροδο του χρόνου.
Ο ερευνητής υποθέτει επίσης ότι οι θέσεις των πυραμίδων του Χεφρήνου και του Μυκερίνου μπορεί να επιλέχθηκαν ώστε να δημιουργούν διαφοροποιήσεις μέσα στο υποτιθέμενο σύστημα, ενισχύοντας το θεωρητικό σήμα έναντι του φυσικού «θορύβου» του περιβάλλοντος.
Η μελέτη καταλήγει ότι οι τρεις πυραμίδες σχηματίζουν ένα εξαιρετικά τακτικό μοτίβο όταν εξεταστούν υπό το πρίσμα των υπολογισμών βαρυτικών κυμάτων. Παράλληλα, τονίζει ότι η ιδέα παραμένει καθαρά θεωρητική και απαιτεί περισσότερα επιστημονικά δεδομένα για να επιβεβαιωθεί.