Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι εξασφάλισε «φανταστικές» εμπορικές συμφωνίες και την προσφορά του Πεκίνου να συμβάλει στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ για τη ναυσιπλοΐα, στο πλαίσιο της συνάντησής του με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, η οποία είχε στόχο τη μείωση των διμερών και διεθνών εντάσεων.

«Κάναμε μερικές φανταστικές εμπορικές συμφωνίες, εξαιρετικές και για τις δύο χώρες», ανέφερε ο Τραμπ χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, στη διάρκεια της συνάντησης στο Τζόνγκνανχαϊ, το ιστορικό συγκρότημα κοντά στην Απαγορευμένη Πόλη όπου στεγάζονται τα γραφεία των κορυφαίων Κινέζων αξιωματούχων.

Νωρίτερα, οι δύο ηγέτες συνομίλησαν και περπάτησαν στους κήπους, με τον Τραμπ να σχολιάζει τα τριαντάφυλλα και τον Σι να υπόσχεται να του στείλει σπόρους από τα λουλούδια. Ο Κινέζος πρόεδρος χαρακτήρισε τη δημιουργία μιας νέας σχέσης «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας» ιστορικής σημασίας, λέγοντας πως «αυτή είναι μια επίσκεψη που θα μείνει στην ιστορία».

Εμπορικές συμφωνίες και γεωπολιτικές ισορροπίες

Μετά το γεύμα εργασίας ο Τραμπ ολοκληρώνει τη διήμερη επίσκεψή του στο Πεκίνο. Σε συνέντευξή του στο Fox News, ανέφερε ότι έλαβε ενθαρρυντικά μηνύματα από τον Σι σχετικά με την κρίση στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Σι επιβεβαίωσε «με σθένος» πως το Πεκίνο «δεν θα στείλει στρατιωτικό υλικό στο Ιράν». Όσον αφορά το Στενό του Ορμούζ, ο Κινέζος πρόεδρος φέρεται να δήλωσε: «εάν μπορώ να προσφέρω οποιαδήποτε βοήθεια, θα χαιρόμουν να βοηθήσω».

Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε πλήρη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή και το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ «το συντομότερο δυνατό», υπογραμμίζοντας πως η σύγκρουση «δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί ποτέ» και ότι η Κίνα θα συνεχίσει να έχει «εποικοδομητικό ρόλο» στις ειρηνευτικές προσπάθειες.

Παράλληλα, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 200 «μεγάλα» αεροσκάφη Boeing, αριθμό μικρότερο από τα 500 που είχαν αναφερθεί σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, ανέφερε πως το Πεκίνο ενδιαφέρεται να αγοράσει πετρέλαιο και γεωργικά προϊόντα από τις ΗΠΑ, χωρίς να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή και οι σινοαμερικανικές σχέσεις

Η Κίνα, βασικός στρατηγικός και οικονομικός εταίρος του Ιράν, εισάγει μεγάλο μέρος του πετρελαίου της από τη χώρα αυτή και πλήττεται από τον αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ. Το Ιράν ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι οι δυνάμεις του επέτρεψαν τη διέλευση κινεζικών πλοίων, ενώ ο Τραμπ αναμενόταν να ζητήσει από το Πεκίνο να πείσει την Τεχεράνη να συμφωνήσει με τις ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου.

Ωστόσο, αναλυτές εκφράζουν αμφιβολίες για το αν ο Σι είναι διατεθειμένος να ασκήσει πίεση στο Ιράν ή να περιορίσει τη στρατιωτική του υποστήριξη, δεδομένης της στρατηγικής σημασίας της χώρας για την Κίνα ως αντίβαρο στις ΗΠΑ.

Εντάσεις, Ταϊβάν και εμπορικός πόλεμος

Η κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί μόνο ένα από τα σημεία τριβής μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Στη σύνοδο τέθηκαν επίσης ζητήματα όπως το Ιράν, η Ταϊβάν, οι εμπορικές σχέσεις, οι σπάνιες γαίες, οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη.

Ο Σι προειδοποίησε για τον κίνδυνο «σύγκρουσης» σχετικά με την Ταϊβάν, ενώ ο Τραμπ απέφυγε να αναφερθεί δημόσια στο ζήτημα. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε στο NBC News ότι «η πολιτική των ΗΠΑ στο θέμα της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη μέχρι σήμερα».

Μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι δύο χώρες έχουν εμπλακεί σε έναν σκληρό εμπορικό πόλεμο, με υπερβολικούς δασμούς και περιορισμούς που επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία. Αν και συμφώνησαν σε εκεχειρία τον Οκτώβριο, οι απειλές του Τραμπ για νέους δασμούς δημιουργούν αβεβαιότητα.

«Εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα»

Το Πεκίνο εξέφρασε την επιθυμία του για σταθερότητα και προβλεψιμότητα σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από αναταραχές. Σι και Τραμπ συμφώνησαν να ορίζουν εφεξής τις σινοαμερικανικές σχέσεις ως μια «εποικοδομητική σχέση στρατηγικής σταθερότητας», σύμφωνα με την κινεζική διπλωματία.

«Πρέπει να είμαστε εταίροι, όχι αντίπαλοι», τόνισε ο Σι απευθυνόμενος στον Τραμπ, υποσχόμενος να ανοίξει περαιτέρω την κινεζική οικονομία στις ξένες επενδύσεις.

Τον Αμερικανό πρόεδρο συνόδευσε μεγάλη επιχειρηματική αποστολή, με στόχο την επίτευξη συμφωνιών σε τομείς όπως η γεωργία και οι επενδύσεις, ενισχύοντας τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.