Έχουν περάσει 14 χρόνια από τότε που η νεανική παρέα του Ολυμπιακού κατέκτησε την Ευρωλίγκα και υποχρέωσε όλη την Ευρώπη να υποκλιθεί στο μεγαλείο της. Ο Βαγγέλης Μάντζαρης, βασικό και αναντικατάστατο μέλος εκείνης της ομάδας, ανακαλεί τις μνήμες του 2012 και διηγείται την πορεία των «ερυθρόλευκων» προς την κορυφή.

Ο καιρός περνά και οι εποχές αλλάζουν. Ωστόσο, η δύναμη του παρελθόντος, σε μέρες σαν κι αυτή, μας γυρίζει πίσω με μια χρονομηχανή που επιλέγει τόπους και έτη. Μεταφερόμαστε, λοιπόν, στις 13 Μαΐου 2012, στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου ο Ολυμπιακός, ως απόλυτο αουτσάιντερ, κατακτά τη δεύτερή του Ευρωλίγκα. Μια ιστορία εφάμιλλη εκείνης του Δαυίδ με τον Γολιάθ.

Οι «ερυθρόλευκοι», αποτελούμενοι από μια παρέα νεαρών παικτών, με καθοδηγητές τον σπουδαίο Βασίλη Σπανούλη στο παρκέ και τον… γερόλυκο Ντούσαν Ίβκοβιτς στον πάγκο, πετυχαίνουν το ακατόρθωτο. Στον τελικό, με επική ανατροπή, «λυγίζουν» το μεγάλο φαβορί, την αστραφτερή ΤΣΣΚΑ. Το πεταχτάρι του Γιώργου Πρίντεζη, 0,7 δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη, σφραγίζει το τέλος των Ρώσων και γράφει ακόμη μία… θρυλική σελίδα στη Bίβλο του ελληνικού μπάσκετ.

Ο Βαγγέλης Μάντζαρης, το όνομα του οποίου έχει συνδεθεί πολλάκις με τις επιτυχίες των Πειραιωτών, μιλά στο tanea.gr για την… τρελή πορεία της ομάδας προς τον τίτλο. Δεν μένει, όμως, μόνο εκεί. Αναφέρεται στην αντιμετώπιση του Ντούντα προς τους παίκτες, περιγράφει την προσωπική του εμπειρία από την κατάκτηση της Ευρωλίγκα και τονίζει την επιρροή και την τεράστια συνεισφορά του Βασίλη Σπανούλη στην ομάδα.

Ερχόμενος στον Ολυμπιακό σε νεαρή ηλικία εκείνη τη χρονιά, ποιοι ήταν οι προσωπικοί σου στόχοι;

«Σίγουρα, όταν πηγαίνεις σε μια ομάδα όπως ο Ολυμπιακός από μία σαν το Περιστέρι, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αποδείξεις ότι μπορείς να σταθείς σε αυτό το επίπεδο και να καταφέρεις να καθιερωθείς. Κερδίζεις τον ρόλο και τον χρόνο σου, κι αυτό είναι το κύριο μέλημά σου όταν πηγαίνεις σε νεαρή ηλικία σε ένα κλαμπ όπως ο Ολυμπιακός. Η πορεία προς τον πρωταθλητισμό απαιτεί πολλές θυσίες. Πρέπει να είσαι “άρρωστος” με αυτό, να είναι ουσιαστικά η ζωή σου. Καλοκαίρια δεν κάναμε ποτέ διακοπές λόγω υποχρεώσεων με την Εθνική ομάδα. Αν θες να φτάσεις ψηλά, πρέπει να το βάλεις προτεραιότητα».

Τι ήταν αυτό που ξεχώριζε τη δική σας ομάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες;

«Πιστεύω, μετά από καιρό, πως ήταν η πρώτη ομάδα του Ολυμπιακού που, λόγω αρκετά χαμηλότερου μπάτζετ και ύστερα απ’ όλα όσα είχαν συμβεί, στηρίχθηκε σε νεαρούς παίκτες. Ήρθαμε όλοι οι μικροί: ο Κώστας Σλούκας, ο Κώστας Παπανικολάου, ο Δημήτρης Κατσίβελης κι εγώ. Οπότε, δεν υπήρχε τόσο μεγάλη πίεση ή απαίτηση από τον κόσμο να πάμε να κάνουμε κάτι τεράστιο στην Ευρωλίγκα, διότι απέναντί μας είχαμε την ομάδα του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που τότε ήταν μια πάρα πολύ δυνατή ομάδα.

Ξέραμε όλοι ότι είχαμε μπροστά μας ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα».

Σε μια τρελή χρονιά, η πρόκριση στο Top 16 εξασφαλίστηκε την τελευταία αγωνιστική με τη δύσκολη νίκη απέναντι στη Νανσί. Ήταν εκείνο το παιχνίδι η απαρχή της πορείας σας;

«Ναι, αν θυμάμαι καλά, ήταν και το πρώτο «διπλό» που κάναμε στον πρώτο γύρο. Δείχναμε ως ομάδα ότι κάναμε βήματα μπροστά, αλλά όχι κάτι τρομερό. Φαινόταν πως στην έδρα μας παλεύαμε όλα τα παιχνίδια και ήμασταν καλοί, όμως μέχρι εκείνον τον αγώνα δεν παίρναμε αυτό που θέλαμε εκτός έδρας. Με τη Νανσί πήραμε την πρώτη εκτός έδρας νίκη και την πρόκριση στο Top 16, η οποία ήρθε πολύ αγχωτικά.

Πετύχαμε τον βασικό στόχο της ομάδας και από εκεί και πέρα ό,τι ερχόταν θα θεωρούνταν, σε εισαγωγικά, επιτυχία. Γιατί, ξαναλέω, όταν είσαι στον Ολυμπιακό δεν αποτελεί επιτυχία απλώς να φτάσεις στο Top 16».

Οι προσθήκες των Ντόρσεϊ και Έισι Λο στα μέσα της σεζόν, πόσο βοήθησαν την ομάδα και τι άλλαξαν στον τρόπο παιχνιδιού της;

«Πιστεύω ότι αυτοί ήταν οι δύο κομβικοί παίκτες, που ανέβασαν τον πήχη και τις προσδοκίες της ομάδας. Μ’ εκείνους δείξαμε πως μπορούμε να «χτυπήσουμε» κάτι καλύτερο από αυτό που περιμέναμε. Ο Τζόι Ντόρσεϊ προερχόταν από μια ομάδα όπως η Μπασκόνια, στην οποία δεν αγωνιζόταν ιδιαίτερα, ήταν κάπως “κομπάρσος”. Ήρθε σε μια ομάδα που τον πίστεψε, έγινε βασικός και βρήκε τον ρόλο που αναζητούσε.

Το σημαντικό ήταν ότι ήρθαν αμφότεροι με πολλή όρεξη και διάθεση ν’ αποδείξουν ότι αξίζουν να βρίσκονται σε αυτό το επίπεδο, καθώς και οι δύο είχαν περάσει πολλά προηγουμένως».

Το παράδειγμα του Ντόρσεϊ, που ήθελε να αποδείξει πράγματα, όπως κι εσείς, μικροί και φερέλπιδες τότε, ήταν αυτό το στοιχείο που χαρακτήριζε εκείνη την ομάδα; Ήσασταν «πεινασμένοι» για διάκριση;

«Σίγουρα, σίγουρα. Ένα χαρακτηριστικό της ομάδας εκείνη την περίοδο ήταν ότι ήμασταν «πεινασμένοι». Εμείς οι πιτσιρικάδες είχαμε τη θέληση να πετύχουμε και, πρώτα απ’ όλα, ν’ αποδείξουμε ότι αξίζουμε να βρισκόμαστε στον Ολυμπιακό. Είχαμε τον Βασίλη, ο οποίος είχε κάνει το μεγάλο βήμα από τον Παναθηναϊκό στον Ολυμπιακό. Και ξαφνικά είδε την ομάδα να πέφτει οκτώ με δέκα εκατομμύρια στο μπάτζετ και να παίζει με πιτσιρικάδες, γιατί πιτσιρίκια ήμασταν τότε, κακά τα ψέματα.

Παρ’ όλα αυτά, απέδειξε ότι μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα χωρίς να έχει δίπλα του άλλους πρωταγωνιστές, όπως είχε την προηγούμενη χρονιά. Το πέτυχε και το άξιζε. Γενικά ήμασταν μια ομάδα που είχε πολλά να αποδείξει. Ο Γιώργος είχε έρθει από τη Μάλαγα, φεύγοντας ως αποτυχημένος, καθώς δεν είχε “τραβήξει” εκεί. Οπότε, υπήρχαν αρκετοί παίκτες που προσπαθούσαν να δείξουν την αξία τους».

Η Σιένα, την οποία αποκλείσατε στα playoffs την προηγούμενη χρονιά, είχε αφήσει εκτός τον Ολυμπιακό στο ίδιο σημείο της διοργάνωσης. Παρότι εσύ δεν ήσουν τότε στην ομάδα, υπήρχε στον οργανισμό ένα επιπλέον κίνητρο και ένα αίσθημα «εκδίκησης» για εκείνον τον αποκλεισμό;

«Υπήρχε στο μυαλό όλης της ομάδας και γενικά στον οργανισμό ότι πρέπει να “εξιλεωθούμε” για εκείνον τον αποκλεισμό. Πράγματι, όταν μια ομάδα την κερδίζεις σχεδόν 50 πόντους και μετά χάνεις τα επόμενα τρία ματς, είναι πολύ άσχημο.

Σημαντικό βέβαια ήταν ότι ξεκινήσαμε τη σειρά εκτός έδρας, οπότε μπορέσαμε να είμαστε πιο συγκεντρωμένοι, χωρίς το πλεονέκτημα έδρας. Είχαμε το κίνητρο να πάμε να κάνουμε το παιχνίδι μας χωρίς άγχος. Ήμασταν πολύ συγκεντρωμένοι, γιατί ξέραμε τι θ’ αντιμετωπίσουμε».

Πώς σας αντιμετώπιζε ο Ντούσαν Ίβκοβιτς εσάς τους νεότερους παίκτες στην καθημερινότητα;

«Ο κόουτς δεν ήταν καθόλου προκατειλημμένος. Όποιος του έκανε τη δουλειά, έπαιζε. Εμένα, για παράδειγμα, δεν μ’ έφερε καν ο Ίβκοβιτς στην ομάδα, δεν ήξερε καν ποιος είμαι, και όταν είδε ότι μπορώ να προσφέρω αυτά που θέλει, με έβαλε βασικό. Έτσι κι εγώ κέρδισα με το σπαθί μου τη θέση μου στο ρόστερ. Οι περισσότεροι προπονητές επιλέγουν εξαρχής ποιους θέλουν και ορίζουν τους ρόλους σε μια ομάδα.

Ο Ίβκοβιτς δεν είχε αυτό στο μυαλό του. Αν το άξιζες, θα έπαιζες. Γι’ αυτό του χρωστάω πολλά. Γενικά ήταν ένας προπονητής που δεν “μασούσε”. Δεν είναι εύκολο να πας στον Ολυμπιακό, σε μια ομάδα μεγάλης ευρωπαϊκής εμβέλειας, και να βάζεις μικρούς να παίζουν».

Στον ημιτελικό με τη Μπαρτσελόνα, σ’ ένα παιχνίδι που κρίθηκε στο τέλος, ποιο στοιχείο πιστεύεις ότι έκανε τη διαφορά υπέρ του Ολυμπιακού;

«Με την Μπαρτσελόνα θυμάμαι ότι ήταν ένα παιχνίδι το οποίο το ελέγχαμε. Θεωρώ πως ήταν ένα ματς στα μέτρα μας, έτσι όπως πήγε. Όπως είπα και πριν, εμείς δεν είχαμε άγχος, σε αντίθεση με τη Μπαρτσελόνα. Ήταν μεγάλη επιτυχία που φτάσαμε έως το Final Four. Εννοείται πως πήγαμε με το σκεπτικό να κερδίσουμε, αλλά αν χάναμε δεν θα ήταν μια καταστροφική χρονιά για εμάς. Ίσα – ίσα, είχαμε ξεπεράσει τον εαυτό μας, είχαμε “τρυπήσει το ταβάνι” μας, οπότε δεν είχαμε να χάσουμε κάτι.

Από την άλλη, η Μπαρτσελόνα κάθε φορά που έπαιζε μαζί μας θεωρούσε αυτονόητο ότι θα μας κερδίσει. Στο τέλος, αυτός που μας βοήθησε στα περισσότερα παιχνίδια ήταν ο Βασίλης Σπανούλης. Έπαιρνε τις κρίσιμες αποφάσεις. Ήταν μοναδικός στο είδος του. Σε πολλά ματς που πήγαιναν πόντο-πόντο, τα κερδίζαμε μέσα από την αποφασιστικότητα και την προσωπικότητά του».

Η εμφάνιση και η απίστευτη θέληση του Βασίλη Σπανούλη σας έδωσαν ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο στον τελικό;

«Εννοείται, δεν τίθεται προς συζήτηση. Εκείνη την εποχή ο Βασίλης είχε ν’ αποδείξει πολλά πράγματα. Είναι ο πιο ανταγωνιστικός άνθρωπος που έχω δει στη ζωή μου. Θέλει πάντα να βρίσκεται στην κορυφή. Δεν συμβιβάζεται ποτέ με τη δεύτερη θέση και γι’ αυτό έχει πετύχει τόσα πολλά και είναι αυτός που είναι σήμερα. Έδειξε ότι είναι από τους λίγους που, ακόμη και μ’ αυτή την ομάδα, μπορούν να κατακτήσουν την Ευρωλίγκα.

Όταν ένας άνθρωπος είναι “καταδικασμένος” να πετύχει, αυτόματα παρασύρει και την υπόλοιπη ομάδα και τη βοηθά να κυνηγήσει τους στόχους της».

Στον τελικό, όταν κανείς δεν το πίστευε, με το -19 και μόλις δώδεκα λεπτά να απομένουν, τι ήταν αυτό που σας κράτησε “ζωντανούς” στο παιχνίδι και σας έκανε να κυνηγάτε κάθε μπάλα λυσσαλέα μέχρι την ανατροπή;

«Το γεγονός ότι δεν υπήρχε καθόλου απογοήτευση. Και να χάναμε, η χρονιά δεν θα ήταν αποτυχημένη για εμάς, όπως είπα και πριν. Το χειρότερο για εμάς δεν ήταν ότι ήμασταν πίσω με 19 πόντους. Παίζαμε με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, που ήταν από τις πιο ακριβές ομάδες στην ιστορία της Ευρωλίγκα, αλλά εμείς δεν παίζαμε το μπάσκετ μας. Αυτό έλεγε και ο κόουτς Ίβκοβιτς: τουλάχιστον παίξτε το μπάσκετ που παίζουμε όλη τη χρονιά και ας χάσουμε, δεν έγινε και κάτι.

Το θέμα ήταν ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν παίζαμε όπως σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Γι’ αυτό, όταν το κάναμε πράξη αρχίσαμε να πλησιάζουμε, όλο και περισσότερο, πιστεύοντάς το. Βλέπαμε και τους αντιπάλους να έχουν άγχος ότι μπορεί να γυρίσει το ματς. Κάθε καλάθι και κάθε κατοχή μας έδινε θάρρος και πίστη ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Στο τέλος το πιστέψαμε όλοι και γι’ αυτό έγινε αυτή η ανατροπή από το -19».

Σε ποιο σημείο του τελικού πιστεύεις ότι η πλάστιγγα έγειρε οριστικά υπέρ σας;

«Στο τελευταίο πεντάλεπτο, όταν το είχαμε φέρει στους πέντε-τρεις πόντους, φάνηκε ότι η ΤΣΣΚΑ Μόσχας είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται. Όταν είδα τον Μίλος Τεόντοσιτς να είναι εκτός εαυτού, χωρίς πνευματική ετοιμότητα και να κάνει λάθη τόσο στην άμυνα όσο και στην επίθεση, είπα μέσα μου “παιδιά, μπορούμε να το κάνουμε”. Το πιστέψαμε όλοι».

Πως βίωσες τους πανηγυρισμούς με τη λήξη του τελικού αλλά και κατά την επιστροφή σου στην Ελλάδα;

«Όταν έβαλε ο Γιώργος το καλάθι και καταλάβαμε ότι ο αγώνας τελείωσε μ’ εμάς νικητές, ήμασταν εκστασιασμένοι. Δεν θα μπορούσαμε να το φανταστούμε ούτε στο πιο τρελό μας όνειρο. Εγώ, για παράδειγμα, την προηγούμενη χρονιά ήμουν ένας πιτσιρικάς στο Περιστέρι και την επόμενη έπαιζα βασικός στον Ολυμπιακό και κατέκτησα την Ευρωλίγκα. Δεν υπήρχε αυτό ούτε να το γράψω σε βιβλίο. Αυτό που έζησα δεν το είχα ξαναζήσει.

Από το αεροδρόμιο έως το ΣΕΦ μας ακολουθούσαν 15 χιλιάδες φίλαθλοι της ομάδας. Ήταν πρωτόγνωρα τα συναισθήματα. Και στο Λονδίνο ζήσαμε κάτι παρόμοιο, αλλά δεν ήταν το ίδιο με την πρώτη φορά. Καμία επιτυχία δεν μειώνει την άλλη, γιατί η καθεμία έχει τη δική της ομορφιά, τη διαφορετικότητά της και τη δική της θέση στην καρδιά σου. Αλλά, καλώς ή κακώς, την πρώτη φορά τη θυμάσαι πάντα πιο έντονα, σε οτιδήποτε κι αν είναι αυτό».

Πώς πιστεύεις ότι εκείνο το τρόπαιο επηρέασε την πορεία της καριέρας σου;

«Πιστεύω ότι την επηρέασε σε μεγάλο βαθμό, καθώς τα επόμενα χρόνια η ομάδα βασίστηκε σ’ εμένα και στα υπόλοιπα παιδιά και καταφέραμε να φέρουμε εις πέρας την αποστολή. Η ομάδα επένδυσε πάνω μας και εμείς αποδείξαμε ότι δεν ήμασταν απλά “παιδάκια”, αλλά πρωταγωνιστές. Πήραμε και άλλο ευρωπαϊκό την επόμενη χρονιά, αλλά και πρωταθλήματα στη συνέχεια. Οπότε πιστεύω ότι και εμείς βοηθήσαμε την ομάδα, αλλά και η ομάδα βοήθησε εμάς να εξελιχθούμε».

Σήμερα, 14 χρόνια μετά, τι έχει μείνει πιο έντονα από εκείνη τη διαδρομή;

«Το καλάθι του Γιώργου δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ στη ζωή μας. Δεν μπορεί ούτε να παρομοιαστεί ούτε να συγκριθεί με τίποτα άλλο. Σίγουρα ο τρόπος με τον οποίο πήραμε αυτό το ευρωπαϊκό θα το διηγούμαστε στα παιδιά και στα εγγόνια μας. Θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μας».

YouTube video player

Τέλος, τότε φέρατε τον Ολυμπιακό στην κορυφή της Ευρώπης μετά από 15 χρόνια. Φέτος, έπειτα από 13 χρόνια, πιστεύεις ότι μπορεί να επαναληφθεί;

«Φέτος, ο Ολυμπιακός έχει όλα τα φόντα και το κατάλληλο ρόστερ για να μπορέσει να επιστρέψει στην κορυφή. Έχει παίξει το καλύτερο μπάσκετ όλη τη χρονιά, γι’ αυτό βγήκε και πρώτος στην κανονική διάρκεια. Το Final Four, όμως, είναι διαφορετικό. Εξαρτάται από την κατάσταση στην οποία θα βρεθείς εκείνο το τριήμερο. Ωστόσο, βλέπω τον Ολυμπιακό πιο έμπειρο, πιο αποφασισμένο και πιο ώριμο από ποτέ. Έχει καταλάβει τα λάθη των προηγούμενων ετών και έχει ό,τι χρειάζεται για να καταφέρει να κατακτήσει την Ευρωλίγκα».

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ