Ο μέντορας του Βαγγέλη Παυλίδη, Απόστολος Μαστρανέστης, μίλησε για τη διαδρομή του διεθνούς επιθετικού της Μπενφίκα, από τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα μέχρι την καθιέρωσή του σε υψηλό επίπεδο.
Σε συνέντευξή του στην Πορτογαλία, ο άνθρωπος που στάθηκε δίπλα στον Παυλίδη από μικρή ηλικία, αποκάλυψε λεπτομέρειες για την εξέλιξή του, τη μεταξύ τους σχέση, αλλά και τα στοιχεία που τον έκαναν να ξεχωρίσει. Όπως ανέφερε, τον γνώρισε μόλις στα τέσσερα χρόνια του, όταν εντάχθηκε στην ακαδημία όπου εργαζόταν ως προπονητής.
Παρά τη σωματική του εικόνα σε μικρή ηλικία, το πάθος και η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ήταν εμφανή από την αρχή. Ο Μαστρανέστης στάθηκε ιδιαίτερα στην εργατικότητα, την ταπεινότητα και τη νοοτροπία του, στοιχεία που –όπως τόνισε– τον οδήγησαν στην επιτυχία.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της ατομικής δουλειάς και της συνεχούς εξέλιξης, ενώ σχολίασε και την εμπειρία του Παυλίδη στη Μπενφίκα, υπογραμμίζοντας πως έχει βρει ένα ιδανικό περιβάλλον για να εξελιχθεί, με στόχο να κατακτήσει τίτλους και να αφήσει το στίγμα του στους «Αετούς».
Αναλυτικά όσα είπε:
Ποια είναι η ιστορία της σχέσης του με τον Βαγγέλη Παυλίδη: «Γνωρίζω τον Βαγγέλη από 4-5 ετών, ήρθε στην Ακαδημία όπου ήμουν προπονητής. Αν και ήταν πολύ μικρός και ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο, ήταν ένα λίγο παχουλό παιδί, αλλά είχε πολύ ενθουσιασμό στην προπόνηση και του άρεσε πολύ. Μετά, γύρω στα 10-11, αρχίσαμε να κάνουμε ατομικές προπονήσεις γιατί ήθελε πραγματικά να βελτιωθεί. Και στα 16 έγινε η μεταγραφή του στη Μπόχουμ, στη Γερμανία. Από την ηλικία των πέντε, αρχίσαμε να έχουμε μια σχέση ζωής με τον Παυλίδη και την οικογένειά του. Και τώρα ο Βαγγέλης είναι και δική μου οικογένεια. Δεν είναι απλά φίλος μου ή αθλητής μου. Είναι οικογένεια. Μεγαλώσαμε μαζί στην ακαδημία ποδοσφαίρου. Από 10-11 ετών, όταν αρχίσαμε τις ατομικές προπονήσεις, μόνο δουλειά-δουλειά-δουλειά, αγώνας-αγώνας γιατί είχε όνειρο να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής».
Για την προσωπικότητά του: «Ο Βαγγέλης είναι πολύ ταπεινός. Δουλεύει σκληρά κάθε πέρα. Πάντα. Δεν τα παρατάει ποτέ. Είναι μαχητής. Θέλει να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορεί στην καριέρα του».
Για τον τρόπο με τον οποίο τον βοηθάει ως επαγγελματίας και ως φίλος: «Στο κομμάτι της προπόνησης, ως επαγγελματίας, δουλεύω όπως στην Ολλανδία. Ερχομαι συχνά στη Λισαβόνα και προπονούμαστε κυρίως στα τελειώματα και ό,τι άλλο χρειάζεται. Εχουμε πολλές συζητήσεις για την απόδοση, τις προπονήσεις και τα παιχνίδια. Και όταν είμαι στην Ελλάδα, μιλάμε μέσα στην εβδομάδα για την προπόνηση και την απόδοσή του. Μετά από κάθε ματς, μιλάμε και αναλύουμε τον τρόπο που έπαιξε. Πέρα από αυτό το στηρίζω και ψυχολογικά. Μιλάμε κάθε μέρα, ξέρει ότι θα είμαι πάντα εκεί για εκείνον. Ειδικά στις δύσκολες περιόδους και στην Ολλανδία και στη Λισαβόνα η κουβέντα είναι πολύ σημαντική».
Για το γεγονός ότι από έναν επιθετικό περιμένουν όλοι να τα δίνει όλα για σκοράρισμα: «Στις δύσκολες μέρες, όταν δεν σκοράρει, προσπαθώ να του θυμίζω ότι δουλεύει πολύ για την ομάδα και τους συμπαίκτες του. Τρέχει πολύ, είναι σημαντικός για την ομάδα. Σίγουρα, ο Βαγγέλης θέλει να σκοράρει πολλά γκολ, αλλά αυτό δεν γίνεται σε κάθε παιχνίδι. Προσπαθώ να του θυμίζω ότι δουλεύει πολύ για την ομάδα».
Για το στιλ παιχνιδιού του: «Οταν ήταν μικρός έπαιζε και σαν μέσος και στα άκρα δεξιά κι αριστερά. Ετσι πήρε πολλά στοιχεία από αυτές τις θέσεις. Ειναι πολύ ταπεινός. Είναι σαν ένα παιδί της διπλανής πόρτα. Ξέρει ότι είναι αποτέλεσμα δουλειάς, δεν ήταν ένα τεράστιο ταλέντο, παραμένει ταπεινός και συνεχίζει να δουλεύει και να βελτιώνεται».
Για την εμπειρία του στη Μπενφίκα: «Ηταν κάτι εκπληκτικό για τον Βαγγέλη. Οταν μάθαμε για το ενδιαφέρον της ομάδας μου είπε “κόουτς, πρέπει να πάμε οπωσδήποτε”. Του αρέσουν οι άνθρωποι, το περιβάλλον, ο προπονητής. Του αρέσει η Λισαβόνα, είναι σαν τη Θεσσαλονίκη. Οι φίλαθλοι τον αγαπούν πολύ, είναι πολύ ζεστοί μαζί τους. Το όνειρό του είναι να κατακτήσει τίτλους. Το πρωτάθλημα».
Για παλαιότερες ιστορίες της ζωής του Παυλίδη: Οταν ήταν 14-16 ετών, προπονούμασταν μετά το καλοκαίρι με την ακαδημία. Τα καλοκαίρια, ο Βαγγέλης πήγαινε στο χωριό του και έτρωγε περισσότερο από το κανονικό. Ετσι γυρνούσε με παραπανίσια κιλά. Ετσι, τον έβαλα να φορέσει περισσότερα ρούχα και να τρέχει περισσότερα από τους άλλους. Μια μέρα έπεσα κάτω και μου είπε “Κόουτς, δεν μπορώ άλλο, θα πεθάνω. Του είπα “σήκω και συνέχισε, αλλιώς θα σε διώξω”. Μια άλλη ιστορία είναι ότι όταν έπαιζε στη Μπόχουμ, στα 16 ή 17, ήρθε Θεσσαλονίκη για ένα Σαββατοκύριακο και ήρθε να δει έναν αγώνα της ακαδημίας. Χάναμε 2-0 στο ημίχρονο και μου είπε: “Προπονητή, θέλω να παίξω”. Του έιπα “εισαι τρελός; Θες να τραυματιστείς;” Στο δεύτερο ημίχρονο πήρε φανέλα από έναν συμπαίκτη, μπήκε έβαλε 3 γκολ και κερδίσαμε 3-2. Αυτός είναι. Εχει τρέλα με το ποδόσφαιρο. Το αγαπάει».
Για τον Ζοσέ Μουρίνιο: «Εχει πολύ καλή σχέση μαζί του. Ειναι έτοιμος να τα δώσει όλα για τον προπονητή και την Μπενφίκα. Ειδικά φέτος, θέλει να πετύχει και να κερδίσει τίτλους».