Πέθανε σε ηλικία 87 ετών η μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια, Μαρινέλλα αφήνοντας φτωχότερο το ελληνικό τραγούδι. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2024, κατά τη διάρκεια συναυλίας της στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, υπέστη σοβαρό και εκτεταμένο αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο και κατέρρευσε επί σκηνής, καθώς τραγουδούσε το τρίτο τραγούδι της βραδιάς. Διακομίσθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο Υγεία, όπου νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση στη ΜΕΘ. Μετά από σχεδόν τέσσερις μήνες νοσηλείας, στις 21 Ιανουαρίου 2025, πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, με την κατάσταση της υγείας της να παραμένει στάσιμη. Τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου της έκανε γνωστή η οικογένειά της με σχετική ανακοίνωση: «Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026 στις 18:00.»

Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Τραγούδησε επαγγελματικά από το 1956 έως το 2024 και είχε κυκλοφορήσει πολλά προσωπικά άλμπουμ, τα περισσότερα εκ των οποίων γνώρισαν εμπορική επιτυχία. Ξεχώρισε για τη μοναδική χροιά της φωνής της ενώ διακρίθηκε και για τη μεγάλη εκφραστικότητα στις ερμηνείες της. Κανείς  δεν θα ξεχάσει το τίναγμα του κεφαλιού και την κίνηση των χεριών της ενώ ήταν η πρώτη που έφερε το «ανδρόγυνο» στιλ στη σκηνή, με το κοντό μαλλί και τα «καμπάνα» παντελόνια.

Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938, βαπτισμένη ως Κυριακή Παπαδοπούλου. Οι γονείς της ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν το τέταρτο και νεότερο μέλος της οικογένειας. Μια οικογένεια φτωχή αλλά δεμένη με αρχές, που τα περισσότερα μέλη της τραγουδούσαν πολύ καλά.

Για περισσότερα από 65 χρόνια η Μαρινέλλα δεν έπαψε να ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο τα όνειρα, τους πόθους, την αγωνία και τις ελπίδες ενός ολόκληρου λαού. Μυθιστορηματική και εξόχως μουσική ήταν και η προσωπική της ζωή, η οποία καθορίστηκε από δύο μεγάλους έρωτες, με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Τόλη Βοσκόπουλο.

YouTube video player

«Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος, ούτε θρύλος. Μεγάλες κουβέντες που δεν ταιριάζουν στην προσωπικότητά μου. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν μου λένε τίποτα οι ταμπέλες. Επίσης, ποτέ δεν θα βάλω να ακούσω Μαρινέλλα. Είναι δυνατό να κάθομαι να περνώ την ώρα μου με τα δικά μου τραγούδια; Το βέβαιο είναι ότι είμαι μια γυναίκα χορτασμένη. Αισθάνομαι πολύ τυχερή γιατί έχω ζήσει δεκάδες ζωές. Ό,τι και να γίνει, έχω μάθει ότι προέχουν ο αγώνας, η σκληρή δουλειά και το πείσμα. Σημασία έχει να μην ψωνιστείς και υπερεκτιμήσεις τις δυνατότητές σου. Ακόμη και σήμερα ο χρόνος σταματά όταν βγαίνω στη σκηνή να τραγουδήσω. Η νύχτα μπορεί να σε κάνει σκάρτο άνθρωπο, αλλά εξαρτάται κυρίως από σένα. Προσωπικά, δεν παρασύρθηκα από τις Σειρήνες και θεωρώ ότι παρέμεινα ένας καλός άνθρωπος» είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στη LIFO τον Ιούνιο του 2024.

Από τεσσάρων χρονών συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα» στην οποία έτυχε να τραγουδήσει τη «Φλαμουριά» του Σούμπερτ. Στα δώδεκά της χρόνια διαφήμιζε τα καταστήματα ενδυμάτων Melka της Θεσσαλονίκης. Ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία ως ηθοποιός κι ένα τυχαίο περιστατικό στάθηκε η αφορμή για να ασχοληθεί με το πραγματικό της πάθος. Όταν ήταν 17 ετών, συμμετείχε στον θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με ηθοποιούς που έκαναν τότε τα πρώτα τους βήματα στην υποκριτική, όπως η Μάρθα Καραγιάννη, ο Αλέκος Τζανετάκος και ο Κώστας Βουτσάς. Κατά την περιοδεία τους σε ένα χωριό της Καρδίτσας, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και την αντικατάστησε η Μαρινέλλα, η οποία ερμήνευσε το «Μαλαγκένια», το γερμανικό τραγούδι της Κατοχής, και το «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο. Οι συντελεστές της παράστασης εντυπωσιάστηκαν από την ερμηνεία της και την έκαναν βασική τραγουδίστρια του θιάσου.

Το 1956 ήταν η χρονιά-σταθμός που έγινε η «Μαρινέλλα» κι αυτό οφείλεται στον Τόλη Χάρμα, με τον οποίο συνεργάζονταν στο κέντρο «Πανόραμα» της Νέας Ελβετίας Θεσσαλονίκης. Όπως αφηγήθηκε η ίδια  «η έμπνευση του ήρθε από το ομώνυμο τραγούδι του». «”Κορίτσι μου, είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε, όχι για δακτυλογράφο”, μου είπε τότε και κάπως έτσι κύλησαν τα πράγματα» είχε δηλώσει.

Στο κέντρο αυτό γνώρισε το 1957 τον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον οποίο συνδέθηκε τόσο στο πάλκο όσο και στη ζωή. Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό –τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια σε πρώτη και δεύτερη εκτέλεση. Οι διφωνίες που έκαναν μαζί αποτελούν ακόμη και σήμερα αντικείμενο θαυμασμού, προσοχής και μελέτης. Ερμήνευσαν τραγούδια των Θεόδωρου Δερβενιώτη, Απόστολου Καλδάρα, Γιάννη Μαρκόπουλου, Βασίλη Τσιτσάνη, Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, Κώστα Βίρβου κ.α. Τον Μάρτιο του 1961, στο θέατρο Κεντρικόν, ερμήνευσαν 4 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι («Αθήνα», «Κουρασμένο παλληκάρι», «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ») σε ποίηση Νίκου Γκάτσου (τα δύο πρώτα) και 6 του Μίκη Θεοδωράκη («Βράχο – βράχο τον καημό μου», «Παράπονο», «Ο μετανάστης», «Καημός», «Σαββατόβραδο» και «Έχω μια αγάπη») από τον κύκλο τραγουδιών «Πολιτεία», σε ποίηση Δημήτρη Χριστοδούλου και Τάσου Λειβαδίτη. Με τον Μίκη Θεοδωράκη συνεργάστηκαν ξανά το 1962 στο θέατρο Παρκ, στη θεατρική παράσταση «Όμορφη πόλη» σε κείμενα του θεατρικού συγγραφέα Μποστ, ενώ ερμήνευσαν το τραγούδι «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», σε μουσική Στέλιου Καζαντζίδη και στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, στην κινηματογραφική ταινία του Κώστα Στράντζαλη «Κλάψε φτωχή μου καρδιά».

Στα νυχτερινά κέντρα που εμφανίζονταν («Τριάνα του Χειλά» στη Συγγρού, «Κουλουριώτη» στις Τζιτζιφιές, «Ξυπολητάκου» στο Ηράκλειο, «Μαντουμπάλα» στην Αλεξάνδρας, «Φαληρικόν] στην οδό Ηπείρου) γινόταν το αδιαχώρητο. Επίσης, συνεργάστηκαν με σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής, όπως οι Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, Στράτος Παγιουμτζής, Καίτη Γκρέι, Σωτηρία Μπέλλου, Μανώλης Αγγελόπουλος, Γιώργος Ζαμπέτα, Μανώλης Χιώτης, Μαίρη Λίντα, Άννα Χρυσάφη, Αντώνης Ρεπάνης κ.ά.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα παντρεύτηκαν στις 7 Μαΐου του 1964. Στις αρχές του 1965 ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να σταματήσει τις εμφανίσεις του. Χώρισαν τον Σεπτέμβρη του 1966, ενώ συναντήθηκαν δισκογραφικά για τελευταία φορά το 1968, ηχογραφώντας έναν κοινό δίσκο 33′ στροφών.

Το 1966 η Μαρινέλλα, μόνη της πλέον, προσπαθεί να στήσει μια προσωπική καριέρα. Ο Γιώργος Κατσαρός ήταν ο πρώτος που τη βοήθησε, και στη συνέχεια ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Άγγελος Σέμπος και ο Μίμης Πλέσσας.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας ήταν το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, που κυκλοφόρησε το 1968 και το οποίο αρχικά προοριζόταν να το πει η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια». Ωστόσο, το τραγούδι που άνοιξε διάπλατα τις καλλιτεχνικές πόρτες στην Μαρινέλλα ήταν το «Άνοιξε πέτρα», που είπε στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη «Γοργόνες και Μάγκες». Το τραγούδι, σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, το ηχογράφησε μόνο μια φορά, καθώς ήταν άψογο, κι αυτή η ηχογράφηση είναι που ακούγεται στην ταινία.

YouTube video player

Το 1969, κυκλοφόρησε τον πρώτο της προσωπικό δίσκο 33′ στροφών (με τον τίτλο «Σταλιά – σταλιά»), μια συλλογή από τραγούδια που είχαν ήδη χαράξει πορεία στις 45′ στροφές τον προηγούμενο χρόνο. Ερμήνευσε αξέχαστα τραγούδια στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Η Παριζιάνα» (του Μίμη Πλέσσα «Δώσ’ μου τ’ αθάνατο νερό» και «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» σε στίχους Άκου Δασκαλόπουλου), στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη «Ησαΐα μη χορεύεις» (το τραγούδι του Νάκη Πετρίδη «Πάλι θα κλάψω» σε στίχους Σέβης Τηλιακού) και στο κινηματογραφικό δράμα του Γιάννη Δαλιανίδη «Γυμνοί στο δρόμο» (τα τραγούδια «Αστέρι στο παράθυρο» και «Δυο αδέρφια» του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, που μέχρι και σήμερα παραμένουν ανέκδοτα).

Το 1971 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Μαρινέλλα (Ένας μύθος)», όπου ηχογράφησε σε δεύτερη εκτέλεση τρία τραγούδια του Χατζιδάκι («Ένας μύθος», «Οδός ονείρων» και «Ο ταχυδρόμος πέθανε»). Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τον Άκη Πάνου, ο οποίος της έγραψε τα τραγούδια «Πυρετός (Κάθε γνωριμία)» και «Κοίτα με στα μάτια», που κυκλοφόρησαν σε δίσκο 45′ στροφών.

Τον Φεβρουάριο του 1973, η Μαρινέλλα εκπροσώπησε την Ελλάδα στην πρώτη της συμμετοχή στο φεστιβάλ Midem των Καννών με τρία τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα τραγουδίστρια που κυκλοφόρησε σε δίσκο ζωντανές ηχογραφήσεις του προγράμματος της: το «Μια βραδιά με τη Μαρινέλλα» το 1972 και το «Μια βραδιά με τη Μαρινέλλα no.2» το 1973, με τις ζωντανές εμφανίσεις της στο «Stork» και το «Μarinella’s» αντίστοιχα. Το 1973 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Αλβανία» σε μουσική Γιώργου Κατσαρού και στίχους Πυθαγόρα, αφιερωμένο στην Εποποιία του 1940.

Εκείνη την περίοδο, η Μαρινέλλα έφερε στον κόσμο τη μοναχοκόρη της, Τζωρτίνα Σερπιέρη, καρπό του έρωτά της με τον πρωταθλητή Ελλάδος στην ιππασία Φρέντυ Σερπιέρη, ενώ λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγό της, τον τραγουδιστή Τόλη Βοσκόπουλο, με τον οποίο εμφανίστηκαν στη «Νεράιδα», μοιράστηκαν δύο μεγάλους δίσκους («Μαρινέλλα & Βοσκόπουλος» και «Εγώ κι’ εσύ»), αλλά τις περισσότερες φορές μέσα στα επόμενα χρόνια συνόδευε ο ένας τον άλλον στους προσωπικούς τους δίσκους. Ο γάμος τους κράτησε μέχρι το ’81.

YouTube video player

Στις 6 Απριλίου του 1974 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην πρώτη της συμμετοχή στο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision στο Μπράιτον του Ηνωμένου Βασιλείου με το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου» σε στίχους Πυθαγόρα, το οποίο κατέλαβε την ενδέκατη θέση ανάμεσα σε 17 χώρες.

YouTube video player

Το 1975 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Μαρινέλλα για πάντα», συμπεριλαμβάνοντας δυο τραγούδια του Κώστα Χατζή («Κι’ ύστερα» και «Πάλι ύπνος δε με πιάνει») και μία διεθνή επιτυχία του Ντέμη Ρούσσου, το «Γιατί φοβάσαι» (From souvenirs to souvenirs), σε ελληνικούς στίχους του Πυθαγόρα. Το 1976 συμμετέχει με τον Κώστα Χατζή στην πλακιώτικη μπουάτ «Σκορπιός» όπου παρουσίασαν το πρόγραμμα «Ρεσιτάλ» με 52 καινούργια τραγούδια του συνθέτη. Ο τριπλός δίσκος που προέκυψε, έφτασε τις 500.000 αντίτυπα και μέχρι και σήμερα, ανήκει στους 10 εμπορικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών.

Το 1978 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Η Μαρινέλλα του σήμερα», σε τραγούδια του Γιώργου Χατζηνάσιου («Να παίζει το τρανζίστορ», «Σήμερα», «Δεν φταίμε εμείς» κ.ά.), ο οποίος έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το 1979 κυκλοφόρησε τον πολυσυλλεκτικό δίσκο «Σ’ αγαπώ» και τη δεκαετία του ‘80 δίσκους, όπως «Η Μαρινέλλα σε τραγούδια της Βέμπο» (1980), «Μαρινέλλα (Για σένανε μπορώ)» (1981), «Για σένα τον άγνωστο» (1983), «Η αγάπη μας» (1985) κ.ά.

Το 1988, η Μαρινέλλα άλλαξε δισκογραφική εταιρεία ύστερα από 20 χρόνια, και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο τον δίσκο «Τολμώ» από την MINOS-EMI. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, ήταν το πρόσωπο που πρωταγωνίστησε στην μετατροπή του ιστορικού κινηματογράφου «Rex» της οδού Πανεπιστημίου, σε Music Hall. Τη δεκαετία του ‘90 ηχογραφεί δίσκους, όπως «Λέγε μου Σ’ αγαπώ» «Η Μαρινέλλα τραγουδά μεγάλες κυρίες», «Για πρώτη φορά».

Το 1995 έπαιξε ως η Κορυφαία του Χορού σε ένα πρόγραμμα με μελοποιημένα χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη, τα οποία είχαν μελοποιήσει για παλαιότερες θεατρικές παραστάσεις οι Χρήστος Λεοντής, Σταμάτης Κραουνάκης, Γιώργος Κουρουπός και Μιχάλης Χριστοδουλίδης. Η παράσταση είχε τον τίτλο «Γυναικών πάθη» και παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη και χορογραφίες Ντόρας Τσάτσου.

Το 2000, η Μαρινέλλα αποδέχτηκε την πρόταση του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη να πρωταγωνιστήσει στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Γιάννη Ξανθούλη. Το 2002, συμμετείχε στην επέτειο των 50 χρόνων μουσικής του Μίμη Πλέσσα, στη μουσική παράσταση «Ιωβηλαίον», στο Ηρώδειο, ενώ το ίδιο έτος τραγούδησε με τον Γιώργο Νταλάρα μετά από 31 χρόνια. Στις 7 Αυγούστου 2004 συμμετείχε στη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, τραγουδώντας σόλο το τραγούδι «Δρόμοι παλιοί» σε ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη και τα τραγούδια «Βράχο-Βράχο τον καημό μου» και «Παράπονο» με τον Γιώργο Νταλάρα. Λίγες μέρες μετά, στις 29 Αυγούστου, συμμετείχε στην Τελετή Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Το 2005, η Μαρινέλλα κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Τίποτα δεν γίνεται τυχαία», ενώ τον χειμώνα του 2006 αποφάσισε να επιστρέψει στη νυχτερινή διασκέδαση. Βρέθηκε στο «Αθηνών Αρένα» με τον Αντώνη Ρέμο για δυο χρονιές. Το 2009, η Μαρινέλλα συμμετείχε σε δυο συναυλίες-αφιερώματα στο Στέλιο Καζαντζίδη, ύστερα από δική της πρωτοβουλία, με τον τίτλο «Η φωνή ζει» (στις 18 Σεπτεμβρίου στο Καλλιμάρμαρο στάδιο της Αθήνας και στις 23 Σεπτεμβρίου στο Καυτανζόγλειο Στάδιο της Θεσσαλονίκης), για τις ανάγκες ανέγερσης ενός ξενώνα για ορφανά και απροστάτευτα παιδιά με ειδικές ανάγκες του σωματείου κοινωνικής μέριμνας «Αρωγή».

Το 2010 και το 2011, πρωταγωνίστησε στη μουσικοθεατρική παράσταση «Μαρινέλλα – Το Μιούζικαλ» των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή και χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Το 2014, πρωταγωνίστησε στο μιούζικαλ – υπερπαραγωγή «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο» στο Θέατρο Badminton, ενώ το 2015, ο Σταύρος Ξαρχάκος συνέθεσε ένα νέο μουσικό έργο για τη φωνή της Μαρινέλλας, μελοποιώντας την περίφημη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου.

Συνεργάστηκε με πολλούς τραγουδιστές, όπως η Ελένη Βιτάλη, η Γλυκερία, ο Κώστας Μακεδόνας, η Έλενα Παπαρίζου και το 2020 παρουσίασε τη μουσική παράσταση «Μαρινέλλα – Ο Μύθος» στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος) με τη συνοδεία της «Φιλαρμόνιας» Ορχήστρας Αθηνών, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη.

YouTube video player

H Μαρινέλλα είχε δηλώσει στην Καθημερινή τον Οκτώβριο του 2023: «Όλα αυτά τα χρόνια, είναι δυνατόν το κοινό μου να είναι το ίδιο; Έχουν πεθάνει όλοι οι παλιοί μου ακροατές και όλοι οι παλιοί μου φίλοι. Μην κοιτάς που εγώ ζω και υπάρχω. Χτύπα ξύλο… Λοιπόν. Εγώ υπάρχω. Γιατί θέλω να υπάρχω. Τώρα, αν με κουράζουν τα ”μύθος”, ”ντίβα” κ.ά… Δεν θα πω τη λέξη ”κουράζουν”. Με αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Δεν μου άρεσαν ποτέ όλοι αυτοί οι υπέρτιτλοι: ντίβα, Εκάβη, θεά… Είμαι μια απλή τραγουδίστρια, που προσπαθεί εκεί πάνω να είναι καλή. Αν κατάφερα κάτι, είναι να ανεβαίνω σιγά σιγά, έστω και μισό σκαλοπατάκι κάθε φορά. Ανά περιόδους, το κοινό πήγαινε σωρηδόν σε έναν καλλιτέχνη και τον ανέβαζε στα ύψη. Μιλάω γι’ αυτό που έγινε στην Αλίκη, στον Βοσκόπουλο, στον Ξανθόπουλο. Εγώ δεν έγινα ποτέ μόδα. Είχα πολύ και σταθερό κόσμο. Υπήρχε μια κατάθεση».