Η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και το μέλλον της εργασίας εντείνεται, καθώς πολλοί αναρωτιούνται όχι μόνο αν οι μηχανές θα αντικαταστήσουν τους ανθρώπους, αλλά και πώς θα τραφούμε σε έναν κόσμο όπου η εργασία χάνει την αξία της.
Παρά την πρόοδο της τεχνολογίας, οι φόβοι για την αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας δεν είναι καινούργιοι. Από τη Βιομηχανική Επανάσταση μέχρι σήμερα, η κοινωνία αντιμετωπίζει επαναλαμβανόμενα το ίδιο δίλημμα. Ωστόσο, λείπει μια ουσιαστική συζήτηση για το τι θα συμβεί αν οι προβλέψεις των τεχνολογικών ηγετών τελικά επαληθευθούν.
Ο επικεφαλής της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, έχει δηλώσει πως «το μέλλον μπορεί να είναι πολύ καλύτερο από το παρόν», υποστηρίζοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει απεριόριστο πλούτο. Όμως, αυτή η αισιοδοξία φαίνεται να ευνοεί κυρίως τους ίδιους τους τεχνολογικούς ολιγάρχες που ελέγχουν την καινοτομία.
Ακόμη κι αν η AI οδηγήσει σε πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη, η δίκαιη κατανομή του πλούτου θα αποτελέσει τεράστια πολιτική πρόκληση. Το ερώτημα είναι πώς θα διανεμηθούν τα οφέλη, όταν η συνεισφορά της ανθρώπινης εργασίας θα μειώνεται δραματικά.
Η νέα οικονομία και η εξουσία
Καθώς η παγκόσμια οικονομία αναδιαρθρώνεται, τίθεται το ζήτημα των νέων ισορροπιών ισχύος. Ποιος θα αποφασίζει για τη φορολογία όταν η εργασία – κύρια πηγή δημοσίων εσόδων – εκλείψει; Και ποιος θα καθορίζει την κατανάλωση σε κοινωνίες όπου οι πολίτες μένουν εκτός της «επανάστασης» της τεχνητής νοημοσύνης;
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, έχει προειδοποιήσει ότι «χρειαζόμαστε μηχανισμούς που να διασφαλίζουν ανθρώπινη εποπτεία και λογοδοσία», τονίζοντας πως το μέλλον της AI «δεν μπορεί να αποφασιστεί από μια χούφτα χωρών ή δισεκατομμυριούχων».
Η συζήτηση στους τεχνολογικούς κύκλους επικεντρώνεται στην «ευθυγράμμιση» των μηχανών με τους στόχους των δημιουργών τους. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτοί οι στόχοι θα υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Οι δημοκρατικοί θεσμοί φαίνεται να δυσκολεύονται να περιορίσουν τις φιλοδοξίες των ισχυρών της τεχνολογίας.
Φορολογία και αναδιανομή
Οι οικονομολόγοι Anton Korinek και Lee Lockwood από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια προτείνουν ένα νέο μοντέλο δημοσίων οικονομικών για την εποχή της AI. Στα πρώτα στάδια, οι φόροι κατανάλωσης θα μπορούσαν να καλύψουν τις απώλειες εσόδων από την εργασία, όμως μακροπρόθεσμα η φορολόγηση του κεφαλαίου θα πρέπει να ενισχυθεί σημαντικά.
Ο νομπελίστας Joseph Stiglitz προτείνει η φορολογία να κατευθύνει τις επενδύσεις προς τεχνολογίες που ενισχύουν – και όχι αντικαθιστούν – την ανθρώπινη εργασία. Παράλληλα, εξετάζονται φόροι στη γη, στα δεδομένα ή στα μονοπωλιακά κέρδη.
Η πολιτική διάσταση παραμένει κρίσιμη. Οι κάτοχοι των τεχνολογιών θα πρέπει να αποδεχθούν τη διανομή των ωφελειών. Στις ΗΠΑ, οι φόροι αντιστοιχούν σε λιγότερο από 26% του ΑΕΠ, ενώ η φορολόγηση του κεφαλαίου μόλις υπερβαίνει το 2%. Για να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή, αυτά τα ποσοστά θα χρειαστεί να αυξηθούν δραστικά.
Η πολιτική αντίσταση και οι «νέες πολιτείες»
Η διεθνής φορολογική συμφωνία του ΟΟΣΑ το 2021 είχε στόχο να περιορίσει τη φοροαποφυγή των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών. Ωστόσο, παρά τη στήριξη της κυβέρνησης Μπάιντεν, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία το 2025, έπειτα από σημαντική χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας από τεχνολογικούς μεγιστάνες.
Παράλληλα, αρκετοί επιχειρηματίες της Σίλικον Βάλεϊ αντιστέκονται σε κάθε μορφή ρύθμισης ή φορολόγησης. Παρότι η Lina Kahn, επικεφαλής της Επιτροπής Εμπορίου των ΗΠΑ, επιχειρεί να περιορίσει τα μονοπώλια, τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.
Ορισμένοι δισεκατομμυριούχοι εξετάζουν τη δημιουργία «δικτυακών κρατών» σε περιοχές όπως η Γροιλανδία, η Νιγηρία, η Ονδούρα ή η Καραϊβική, επιδιώκοντας να αποφύγουν τη δημοκρατική εποπτεία. Η συγκέντρωση ισχύος και πλούτου απειλεί έτσι να υπονομεύσει περαιτέρω τη δημοκρατική ισορροπία.
Το μέλλον της κοινωνίας μετά την εργασία
Αν η τεχνητή νοημοσύνη εξελιχθεί όπως προβλέπουν οι τεχνολογικοί ηγέτες, η ανθρωπότητα θα χρειαστεί νέους μηχανισμούς επιβίωσης και αναδιανομής. Μια πρόταση αφορά τη συλλογή φόρων σε μετοχές αντί για μετρητά, ώστε το κράτος να αποκτήσει δημόσιο μερίδιο στις εταιρείες AI και να το διανείμει στους πολίτες.
Όπως σημειώνουν οι Korinek και Lockwood, «αν η ανάπτυξη της AI καθυστερήσει, οι αποδόσεις θα είναι περιορισμένες· αν όμως μεταμορφώσει την οικονομία, τα κέρδη θα αυξηθούν αναλόγως». Μια αυτόματη προσαρμογή που θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική σε μια εποχή αβεβαιότητας.
Ωστόσο, οι κυβερνήσεις οφείλουν να δράσουν πριν η τεχνητή νοημοσύνη αποκτήσει υπέρμετρη ισχύ. Διαφορετικά, ίσως απομείνει μόνο ένα ειρωνικό αίτημα προς τους τεχνολογικούς μεγιστάνες – να μας κρατήσουν κυριολεκτικά ζωντανούς.
Πηγή: Guardian