Δεκαπέντε χρόνια μετά την πυρηνική καταστροφή του 2011 στη Φουκουσίμα, νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι βακτήρια εξακολουθούν να ευδοκιμούν στα ραδιενεργά νερά του εργοστασίου. Ερευνητές του Πανεπιστημίου Keio εντόπισαν μικροοργανισμούς, οι οποίοι, παρότι δεν είναι ανθεκτικοί στην ακτινοβολία, διαβρώνουν μέταλλα, περιπλέκοντας τη διαδικασία αποξήλωσης των αντιδραστήρων. Σύμφωνα με τη μελέτη, εντοπίστηκαν κυρίως τα είδη Limnobacter και Brevirhabdus, τα οποία αποτελούν περίπου το 70% των μικροβιακών κοινοτήτων που σχετίζονται με διάβρωση. Αυτά τα βακτήρια σχηματίζουν βιοφίλμ πάνω σε μεταλλικές επιφάνειες, προστατεύοντάς τες από την ακτινοβολία αλλά προκαλώντας ταυτόχρονα σκουριά.

Η προέλευσή τους φαίνεται να συνδέεται με τη θάλασσα – αποτέλεσμα της εισροής νερού από το τσουνάμι του 2011 – καθώς και με τεχνητά περιβάλλοντα, όπως λύματα και εγκαταστάσεις ψύξης. Τα μικρόβια αυτά μειώνουν την ορατότητα στο εσωτερικό των αντιδραστήρων και επιταχύνουν τη διάβρωση σωληνώσεων, γεγονός που απαιτεί εξειδικευμένες τεχνικές καθαρισμού. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Applied and Environmental Microbiology, δείχνει ότι η ακτινοβολία δεν επέλεξε ανθεκτικά είδη, αλλά ευνόησε βακτήρια με θαλάσσιες προσαρμογές.

Τα βακτήρια αυτά δεν διαθέτουν γενετική «υπεραντοχή» όπως άλλα, επιβιώνουν, όμως, χάρη στα βιοφίλμ και στις χημικές τους προσαρμογές σε ανοξείδωτες επιφάνειες και θαλάσσια περιβάλλοντα. Η έρευνα του Πανεπιστημίου Keio το 2024 επιβεβαιώνει ότι η ακτινοβολία είχε ελάχιστη επίδραση στην επιλογή των ειδών, αναδεικνύοντας τη σημασία της μικροβιακής διάβρωσης ως πρόκληση για τα έργα αποξήλωσης.

Η θαλάσσια προέλευση των βακτηρίων φαίνεται να τα καθιστά ανθεκτικά σε αλάτι, μέταλλα και ιζήματα, χωρίς να απαιτούνται ειδικές μεταλλάξεις. Δοκιμές σε συγγενές είδος, το Limnobacter thiooxidans, έδειξαν αντοχή παρόμοια με εκείνη κοινών βακτηρίων, γεγονός που αποδεικνύει ότι η επιβίωση στο Fukushima δεν οφείλεται σε γενετική υπεραντοχή αλλά σε περιβαλλοντική προσαρμογή.