«Τελειώσαμε και μείναμε μονάχοι, όλα κι αν τα δώσαμε». Ο παραπονεμένος στίχος από τη γνωστή (στους παλαιότερους τουλάχιστον) επιτυχία του Στράτου Διονυσίου θα μπορούσε να ταιριάζει γάντι στο συναίσθημα που βιώνει σήμερα συλλογικά η Ευρώπη απέναντι στην Αμερική. Καθώς δε η αγάπη ανάμεσά τους δεν διήρκεσε για μια νύχτα, αλλά για δεκαετίες ολόκληρες, το χτύπημα δεν είναι απλώς ισχυρό – μπορεί να αποδειχθεί συντριπτικό.
Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι οι Ευρωπαίοι μοιάζουν να το παίρνουν επιτέλους απόφαση ότι μια ολόκληρη εποχή φτάνει στο τέλος της. Συνειδητοποιώντας, ταυτόχρονα, αυτό που υπογράμμιζε στο κεντρικό της άρθρο η γαλλική le Monde: ότι δεν μένει πολύς χρόνος προκειμένου να προετοιμαστούν «για ένα μέλλον χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες».
«Είναι η στιγμή του Ρουβίκωνα», είπε στο Politico υψηλόβαθμος Ευρωπαίος διπλωμάτης. Και δεν εννοούσε, φυσικά, τη γνωστή… οργάνωση, αλλά το καθήκον που έχουν μπροστά τους οι «27»: να διαβούν τον βαθύ ποτάμι της γεωπολιτικής και της οικονομίας και να βρεθούν στην απέναντι όχθη. Εκεί όπου οι ΗΠΑ δεν θα είναι ο δεδομένος και ισχυρός σύμμαχός τους – αντίθετα, μπορεί ενίοτε να είναι και αντίπαλός τους.
Δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής
Άλλωστε, η συντριπτική πλειοψηφία των ηγετών που μετείχαν στην έκτακτη σύνοδο κορυφής της Πέμπτης έδειξε να συμφωνεί με τη διαπίστωση ενός άλλου αξιωματούχου, αναφορικά με το τι πρέπει να γίνει και πού: «Δεν μπορεί να αφορά μόνο την ενεργειακή ασφάλεια ή την άμυνα, δεν μπορεί να έχει να κάνει ξεχωριστά με την οικονομική ισχύ ή την εμπορική εξάρτηση – πρέπει να είναι όλα μαζί, την ίδια στιγμή».
Ούτε η πρόεδρος της Κομισιόν, όμως, μάσησε τα λόγια της. «Γνωρίζουμε πως είμαστε πλέον αναγκασμένοι να υπάρξουμε και να εργαστούμε ως ανεξάρτητη Ευρώπη», είπε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις Βρυξέλλες. Η ίδια, δύο ημέρες νωρίτερα και από το βήμα του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, είχε ξεκαθαρίσει ότι «η μετατόπιση της διεθνούς τάξης πραγμάτων δεν είναι απλώς σεισμική, είναι μόνιμη», αποδεχόμενη πρακτικά πως δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής στο status quo ante – τουλάχιστον στο ορατό μέλλον.
Ας δεχτούμε, λοιπόν, ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ότι οι Ευρωπαίοι θα μπουν στον δικό τους δρόμο, έτοιμοι να σανιδώσουν το γκάζι. Και μάλιστα, αδιαφορώντας για τα όρια ταχύτητας, μιας και ο «παγκόσμιος ΚΟΚ», όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το διεθνές δίκαιο, έχει μετατραπεί σε κουρελόχαρτο.
Το «μπιγκ μπανγκ»
Στόχος τους θα είναι, προφανώς, να φτάσουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα στον τελικό τους προορισμό: την ισχυρή, κυρίαρχη, ανεξάρτητη και αυτοδύναμη Ευρώπη. Μια Ευρώπη, δηλαδή, η οποία θα μπορεί να κοιτά στα μάτια τόσο τους Αμερικανούς όσο και όλους τους ανταγωνιστές της – Κινέζους, Ρώσους και άλλους.
Τι σημαίνει, όμως, αυτό; Πόσο εύκολο θα είναι τα λόγια να γίνουν πράξη και να φέρουν απτά αποτελέσματα; Τι πρέπει να αλλάξει στο σημερινό οικοδόμημα της ΕΕ, στο οποίο δεν βασιλεύει η ενότητα και η σύμπνοια, αλλά οι ανταγωνισμοί, οι διαφωνίες και τα εθνικά συμφέροντα;
Οι απαντήσεις ισοδυναμούν, πρακτικά, με ένα «μπιγκ μπανγκ» στην Ευρώπη, που θα οδηγήσει στον ριζικό μετασχηματισμό της. Κάτι που σημαίνει πως οι πρωταγωνιστές της, μεγάλοι, μεσαίοι και μικροί, δεν μπορούν να νιώθουν βέβαιοι πως δεν θα απειληθούν τα κεκτημένα τους και δεν θα χρειαστεί να θυσιάσουν πράγματα – με την ελπίδα, φυσικά, πως θα κερδίσουν κάτι πιο σημαντικό.
Για την ώρα, αυτό που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι ότι η Ευρώπη εκκινεί – εφόσον αποφασίσει όντως να εκκινήσει – από μια αφετηρία γεμάτη παγίδες και συγκριτικά μειονεκτήματα. Κι αυτό, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, καθιστά την εκκίνηση ακόμη πιο κοπιώδη και αμφίβολη.
Το «πάθημα» της ενέργειας
Ιδού ένα παράδειγμα: Η Ευρώπη δεν διαθέτει – δεν διέθετε ποτέ, άλλωστε – ενεργειακή αυτονομία, καθώς τα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας είναι περιορισμένα και η «πράσινη ενέργεια» δεν θα είναι ποτέ επαρκής από μόνη της. Με άλλα λόγια, είναι αναγκασμένη να αναζητά διαρκώς πόρους για να γεμίζει το ντεπόζιτό της και να κρατά σε κίνηση την οικονομία της και σε τάξη τις κοινωνίες της.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, είχε διαμορφώσει ένα ενεργειακό ισοζύγιο ευρύτερα αποδεκτό και με σχετικά καλούς οικονομικούς όρους. Μόνο που ξαφνικά, μετά τον Φεβρουάριο του 2022, αναγκάστηκε να αποκλείσει έναν από τους βασικός της προμηθευτής, τη Ρωσία, κάτι που με τη σειρά του έφερε πολλές αναταράξεις, ανατιμήσεις και αβεβαιότητα.
Η αλήθεια είναι πως οι ΗΠΑ έσπευσαν αμέσως να καλύψουν το κενό. Το έκαναν δε όχι απλώς για λόγους αλληλεγγύης μεταξύ συμμάχων, αλλά και γιατί έτσι θα γέμιζαν ακόμη περισσότερο τις τσέπες τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, το αμερικανικό LNG κατέχει κυρίαρχη θέση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Μόνο που τώρα, που το ρήγμα ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι εμφανές, υπάρχει ο κίνδυνος οι Ευρωπαίοι να «κρεμαστούν» και πάλι, καθώς διαπιστώνουν ότι απλώς αντικατέστησαν τη μία εξάρτηση με κάποια άλλη. Έτσι, δεν αποκλείεται να βρεθούν και πάλι ξαφνικά «στον άσο».
Στην εποχή των δασμών
Πάμε τώρα στο εμπόριο. Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι δείκτες της ΕΕ ευημερούσαν για δύο κυρίως λόγους: Αφενός, εξαιτίας των μαζικών εξαγωγών των προϊόντων της σε όλο τον κόσμο, σε Ανατολή και Δύση και, αφετέρου, λόγω των επενδύσεων σε χώρες στις οποίες το κόστος παραγωγής ήταν πολύ χαμηλότερο.
Να το πρόβλημα κι εδώ: Καθώς η επανεκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ μας εισήγαγε για τα καλά στην εποχή του πιο άγριου ανταγωνισμού και του πολέμου των δασμών, η παγκοσμιοποίηση – δηλαδή η τάση ο κόσμος να μετατραπεί σε μια απέραντη ενιαία αγορά αγαθώς, υπηρεσιών και κεφαλαίων – έχει πατήσει φρένο.
Σε αυτό το φόντο, η Ευρώπη, εξαιτίας και του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που είχε κυριαρχήσει (ουσιαστικά είχε επιβληθεί από τη Γερμανία και τους συμμάχους της), βρέθηκε ξαφνικά με το ένα πόδι στον γκρεμό. Η αμερικανική αγορά έγινε πιο δύσβατη για τα προϊόντα της, οι Κινέζοι προβάλλουν τους όρους τους – εκμεταλλευόμενοι και την κυρίαρχη θέση που έχουν στις σπάνιες γαίες – οι Λατινοαμερικάνοι προκαλούν κοινωνικές εντάσεις και πάει λέγοντας…
Σε κατάσταση βέρτιγκο
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε, αλλά να τι συμβαίνει πρακτικά: Με βάση τις εξελίξεις σε ενεργειακό και εμπορικό επίπεδο, η οικονομία της Ευρώπης – άρα η ίδια η Ευρώπη – βρίσκονται σε κατάσταση βέρτιγκο. Οι ηγέτες της δε συνειδητοποιούν ότι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα απαιτεί θυσίες και μια επώδυνη μεταβατική περίοδο, που θα απειλήσει τις λεπτές ισορροπίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η διαρκής ενίσχυση των πάσης φύσης ακροδεξιών κομμάτων από τη μία και οι αλλεπάλληλες κοινωνικές εκρήξεις από την άλλη – με πιο πρόσφατη και σίγουρα όχι τελευταία αυτή των αγροτών – αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: ότι τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα και μπορεί να εξελιχθούν απρόβλεπτα.
Με βάση όλα τα παραπάνω, το ερώτημα τίθεται ξανά: Τα συνθήματα για την «ισχυρή Ευρώπη» ακούγονται σαφώς πιο δυνατά, είναι όμως όλοι έτοιμοι να υποστούν τις συνέπειες και να διακινδυνεύσουν για να φτάσουν ως το τέλος του δρόμου;
Μια ματιά στο Βερολίνο ίσως μας δώσει κάποιες απαντήσεις…