Το 2015 η παραμονή στο ευρώ δεν αποτελούσε τη μέγιστη προτεραιότητα για την τότε ελληνική κυβέρνηση τονίζει ο Thomas Wieser, πρώην επικεφαλής του EuroWorking Group μιλώντας στα «ΝΕΑ» – στο πλαίσιο του συνεδρίου του Economist που θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά στις 8 Απριλίου με θέμα Ελλάδα: 200 χρόνια οικονομικής επιβίωσης. Οπως αναφέρει, «υπήρξαν δύο επεισόδια που υπήρξε μεγάλη πιθανότητα η Ελλάδα να αποχωρήσει από την ευρωζώνη: ένα το 2012 και ένα το 2015. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο επεισοδίων ήταν ότι το 2012 η ελληνική κυβέρνηση σαφώς ήθελε να παραμείνει στην ευρωζώνη» αναφέρει ο Τόμας Βίζερ. Για να προσθέσει αμέσως μετά: «Το 2015 τα πράγματα ήταν σαφώς διαφορετικά: η τακτική της ελλληνικής κυβέρνησης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015 έδειξε σαφώς ότι η παραμονή στην ευρωζώνη δεν αποτελούσε μέγιστη προτεραιότητα και ότι ορισμένοι εκ των πρωταγωνιστών απολάμβαναν να οδηγούν τα πράγματα στα άκρα».

Ερχόμενοι στο σήμερα – και στην παρούσα πρωτοφανή υγειονομική κρίση – ο πρώην επικεφαλής του EuroWorking Group προσβλέπει σε αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας το 2021 και μετέπειτα, ενώ τάσσεται υπέρ της αλλαγής του Συμφώνου Σταθερότητας, εκφράζοντας την άποψη ότι οι ισχύοντες κανόνες που διέπουν τον ρυθμό μείωσης του χρέους είναι αναχρονιστικοί.

Για μία εξαετία βιώσατε από κοντά την ευρωπαϊκή κρίση, ως επικεφαλής του EuroWorking Group. Ποια ήταν η πιο κρίσιμη στιγμή που θυμάστε για την Ελλάδα;

Εχουμε αρκετές υποψήφιες για αυτόν τον τίτλο, ενώ οι σχέσεις μεταξύ των διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης και των θεσμών δεν ήταν σχεδόν ποτέ χωρίς εντάσεις. Είχα ανέκαθεν την εντύπωση ότι στην Ελλάδα – περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κράτος – μέλος που ήταν σε πρόγραμμα – όλοι κατηγορούσαν «τους άλλους» για όλα τα προβλήματα: είτε τους πολιτικούς αντιπάλους, είτε ορισμένα ή όλα τα θεσμικά όργανα, είτε άλλα κράτη – μέλη. Αυτό σήμαινε ότι τα προγράμματα προσαρμογής θεωρούνταν ως επιβεβλημένα στην Ελλάδα και σε καμία περίπτωση ως μια προσπάθεια επίλυσης των υποκείμενων προβλημάτων που οδήγησαν στην ελληνική κρίση.

Υπήρξαν δύο επεισόδια που υπήρξε μεγάλη πιθανότητα η Ελλάδα να αποχωρήσει από την ευρωζώνη: ένα το 2012 και ένα το 2015. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο επεισοδίων ήταν ότι το 2012 η ελληνική κυβέρνηση σαφώς ήθελε να παραμείνει στην ευρωζώνη. Η αποχώρηση της Ελλάδας θα ήταν οικονομικά καταστροφική, αλλά θα είχε επίσης σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία – και ενδεχομένως πολύ πιο πέρα.

Το 2015 τα πράγματα ήταν σαφώς διαφορετικά: η τακτική της ελληνικής κυβέρνησης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015 έδειξε σαφώς ότι η παραμονή στην ευρωζώνη δεν αποτελούσε μέγιστη προτεραιότητα και ότι ορισμένοι εκ των πρωταγωνιστών απολάμβαναν να οδηγούν τα πράγματα στα άκρα. Η κατάσταση ήταν επίσης διαφορετική υπό την έννοια ότι για την υπόλοιπη Ευρώπη, αν η Ελλάδα αποχωρούσε, οι οικονομικές συνέπειες δεν θα ήταν τόσο τρομερές όπως τρία χρόνια πριν. Αυτό καθιστά ακόμη πιο εποικοδομητικό και θετικό το ότι καταφέραμε να έχουμε ένα αίσιο τέλος, γιατί η Ελλάδα είναι ένα σεβαστό και πολύτιμο μέλος της ευρωζώνης.

Η ελληνική οικονομία, ακόμα και πριν από την πανδημία, δεν είχε ακόμα καταφέρει να φτάσει στα επίπεδα πριν από τα Μνημόνια. Ποιοι ήταν οι λόγοι;  

Η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας ήταν, όπως όλοι γνωρίζουμε, ιδιαίτερα έντονη, ως συνέπεια των capital controls το 2015 και μετέπειτα. Εκτοτε η ανάκαμψη μπήκε σε καλό δρόμο, αν και με μέτρια απόδοση, αλλά λόγω του τεράστιου οικονομικού σοκ των capital controls οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της πραγματικής οικονομίας μετατράπηκαν από θετικές σε αρνητικές. Η Ελλάδα στη συνέχεια ανέκτησε τον βηματισμό της και βρισκόταν και πάλι σε μια πολύ θετική πορεία πριν από την πανδημία – αλλά υπέστη μεγάλη πτώση της ανάπτυξης και της παραγωγής λόγω και της πολύ συγκεκριμένης δομής της ελληνικής οικονομίας.

Πώς βλέπετε την ελληνική οικονομία σε έναν χρόνο και ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την κυβέρνηση το 2022;  

Δεδομένων των πολιτικών σχεδίων της κυβέρνησης και δεδομένης της σοβαρότητας με την οποία πιστεύω ότι διαρθρώνονται τα εκ Βρυξελλών κονδύλια μέσω του RRF και τα σχετικά έργα, είμαι πεπεισμένος για τις αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας το 2021 και μετέπειτα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική κρίση τελικά δεν ήταν μόνο μια δημοσιονομική κρίση, αλλά προκλήθηκε από ομάδες ειδικών συμφερόντων που κατέλαβαν το κράτος. Αυτό οδήγησε σε έλλειψη ανταγωνισμού, χαμηλή παραγωγικότητα, ανεπαρκή και διογκωμένο δημόσιο τομέα – και η Ελλάδα έχει κάνει πολλά για να το διορθώσει. Αλλά φυσικά τέτοιες προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν για πολλά χρόνια κατά τη θητεία διαδοχικών κυβερνήσεων. Οπως λέω επίσης στους πολίτες της χώρας μου: Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας τον νεποτισμό υπέρ της αξιοκρατίας, αν θέλουμε να γίνουμε μια επιτυχημένη χώρα προς όφελος όλων των πολιτών – και όχι μόνο μερικών.

Η εφαρμογή μέτρων λιτότητας για να επιτευχθεί η δημοσιονομική ισορροπία μετά το 2022 σάς φαίνεται πιθανό σενάριο;

Είμαι πάντα λίγο επιφυλακτικός με τη χρήση της λέξης «λιτότητα», καθώς είναι ανακριβής και ερμηνεύεται με τόσο πολλούς διαφορετικούς τρόπους από διαφορετικούς ανθρώπους. Πιστεύω ακράδαντα ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να παραμείνει υποστηρικτική της οικονομικής δραστηριότητας έως ότου οι οικονομίες μας επανέλθουν σε ισορροπία χωρίς κλυδωνισμούς. Αν αυτό σημαίνει την επίτευξη του επιπέδου του ΑΕΠ του 2019 – ή κάτι διαφορετικό, αυτό βρίσκεται υπό συζήτηση. Αλλά είναι επίσης σαφές ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να σταθεροποιηθεί και στη συνέχεια, μεσοπρόθεσμα, να επιστρέψει σε μια φθίνουσα πορεία για όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ. Οσο τα επιτόκια παραμένουν τόσο χαμηλά όσο είναι τώρα, η πρόκληση φαίνεται να είναι διαχειρίσιμη, αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί. Πιστεύω επίσης ότι οι ισχύοντες κανόνες του λεγόμενου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ πρέπει να αλλάξουν. Πρέπει να γίνουν απλούστεροι, πιο διαχειρίσιμοι, διαφανείς και επομένως με μεγαλύτερη πολιτική νομιμοποίηση. Πιστεύω επίσης ότι οι ισχύοντες κανόνες που διέπουν τον ρυθμό μείωσης του χρέους είναι αναχρονιστικοί και πρέπει να αλλάξουν. Αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο ρόλος και το συμφέρον των κυβερνήσεων είναι να διασφαλίσουν ότι η δημοσιονομική τους πολιτική δεν είναι μόνο σε βιώσιμη τροχιά, αλλά και ότι η δομή των δαπανών και της φορολογίας είναι προσανατολισμένη προς το μέλλον και δεν είναι προκατειλημμένη υπέρ της διατήρησης παλαιών δομών. Η εστίαση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η κλιματική αλλαγή αποτελούν σαφείς προτεραιότητες. Θα ήθελα απλώς να επαναλάβω ότι μόνο τα χρήματα που δαπανώνται σε δομές με σαφή διακυβέρνηση, τα χρήματα που ανταμείβουν την αριστεία και όχι τις καλές σχέσεις είναι αυτά που πιάνουν τόπο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ