Από τον Ιωάννη Καποδίστρια μέχρι τον Χρήστο Λαμπράκη και τον Παύλο Μπακογιάννη, ο φάκελος των πολιτικών δολοφονιών περιλαμβάνει μερικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.

Ο Γιώργος Ρωμαίος αναψηλαφεί το χρονικό της πολιτικής βίας στους δύο αιώνες ύπαρξης του ελληνικού κράτους, αρχής γενομένης από τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια το 1831.

Ο Γεώργιος Ρούσσος (Νεώτερη Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους) έχει χαρακτηρίσει την περίοδο Καποδίστρια «πολιτικὴ τραγωδία», με τίτλο «Ὁ Καποδίστριας ἐν Ἑλλάδι» και υπότιτλο «Πῶς ἕνα ἔθνος φθάνει νὰ σκοτώσῃ αὐτὸν ποὺ ἐκάλεσε ὡς Σωτῆρα του καὶ Μεσσία». Ο Ιωάννης Καποδίστριας, η πολιτική ιδεολογία του οποίου ήταν επηρεασμένη από ένα μείγμα φιλορωσισμού και εξευρωπαϊσμού, πίστευε εξαρχής πως η ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους θα ερχόταν μέσα από τη δημιουργία και την ισχυροποίηση ενός συγκεντρωτικού, γραφειοκρατικού, πατερναλιστικού κράτους, στα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Απέναντί του όμως έβλεπε ένα πλέγμα κατεστημένων που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα δίσταζαν να τον υπονομεύσουν προς όφελος κομματικών ή άλλων τοπικιστικών συμφερόντων.

 

Γενικευμένη εξέγερση για το Σύνταγμα

Η αναστολή του Συντάγματος ήταν η αφορμή για να οργανωθεί γενικευμένη εξέγερση για την ανατροπή του Καποδίστρια από ηγετικά στελέχη της τότε αντιπολίτευσης με την άδολη συμπαράσταση διανοουμένων - Κοραή και άλλων - που είχαν επηρεαστεί και από τη Γαλλική Επανάσταση. Αυτοονομάστηκαν «συνταγματικοί» για να υποκρύψουν τον βασικό στόχο, την προστασία και διατήρηση των συμφερόντων τους και τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας.

«Ὅλοι ζητοῦσαν ἐλευθερίας», γράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ακαδημαϊκός και πρώην πρόεδρος της μεταχουντικής Δημοκρατίας, «ὅλοι ζητοῦσαν Σύνταγμα, ὅλοι διεκδικοῦσαν δικαιώματα, ὅλοι κατηγοροῦνταν γιὰ νὰ ἐξοντώσῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καί, κατ' οὐσία, μόνο νόμο καὶ τάξη καὶ δικαιοσύνη δὲν γυρεύανε».

Οι «συνταγματικοί» εγκατέστησαν το στρατηγείο τους στην Υδρα και συγκρότησαν συνωμοτική οργάνωση, τον Δεσμό, με στόχο την ανατροπή του Καποδίστρια, με την ελπίδα να αποκαταστήσουν τα προνόμιά τους και να επανέλθουν στην εξουσία.

Δεν ήταν τυχαία η επιλογή της Υδρας. Οι καραβοκυραίοι, με επικεφαλής τους Κουντουριώτες, είχαν θησαυρίσει από την πειρατεία και είχαν αποκτήσει σημαντική οικονομική και πολιτική δύναμη. Είχαν όμως προσφέρει και πολλά στον απελευθερωτικό αγώνα. Η πάταξη της πειρατείας από τον Καποδίστρια και ο έλεγχος των φόρων και των τελωνείων από την κεντρική εξουσία είχαν προκαλέσει οικονομικό μαρασμό και ανεργία στο νησί. Αξίωσαν τότε από τον Κυβερνήτη υψηλές κρατικές αποζημιώσεις για τη συμμετοχή τους στον απελευθερωτικό αγώνα. Οι αποζημιώσεις ξεπερνούσαν τις 320.000 τάλιρα. Το ταμείο όμως ήταν μείον. Δεν υπήρχαν και οι 200.000 τάλιρα για να εξαγοραστούν τα τουρκικά κτήματα στην Εύβοια και περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, που είχαν ενταχθεί στα όρια της ελληνικής επικράτειας.

Το 1830 αρχίζει η τελική αναμέτρηση. Στην αυτοαποκαλούμενη Συνταγματική Αντιπολίτευση ενώθηκαν όλες οι φατρίες - η αγγλική φατρία του Μαυροκορδάτου, η φατρία των Μαυρομιχαλαίων, η φατρία των Κουντουριώτηδων και η γαλλική φατρία, υπό τον Ιωάννη Κωλέττη, ο οποίος θα αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Εχουν τη συμπαράσταση των Αγγλων και των Γάλλων, που θέλουν να απαλλαγούν από τον ρωσόφιλο Καποδίστρια και να μποϊκοτάρουν τη συγκρότηση ισχυρού και ανεξάρτητου κράτους.

Από τη Μάνη άρχισαν οι εξεγέρσεις, με πρωτοβουλία των Μαυρομιχαλαίων, οι οποίοι είχαν σημαντική προσφορά στον Αγώνα και είχαν στηρίξει αρχικά τον Καποδίστρια. Αφορμή η απόφαση του Κυβερνήτη για διοικητική και οικονομική ενσωμάτωση της Μάνης στο ενιαίο κράτος.

 

Απώλεια εξουσίας

Ο Καποδίστριας άρχισε να χάνει τον έλεγχο της εξουσίας στη μικρή Ελλάδα. Προσπαθεί να στήσει γέφυρες με τους Μανιάτες και τους Υδραίους. Αποτυγχάνει και οδηγείται σε περισσότερο αυταρχισμό και λάθη. Διατάσσει τη σύλληψη και φυλάκιση του γερο-Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, του αποκαλούμενου «βασιλιά της Μάνης», καθώς και το κλείσιμο της εφημερίδας των «συνταγματικών» Ἀπόλλων, που εκδίδεται στην Υδρα από τον Αναστάσιο Πολυζωίδη. Εμεινε στην ιστορία και το σχετικό σατυρικό σχόλιο του Αλεξάνδρου Σούτσου: «Εἶν' ἐλεύθερος ὁ Τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ». Η ψυχραιμία και η υπομονή του Κυβερνήτη είχαν ξεπεράσει τα «ανθρώπινα όρια». Είχε γίνει ο στόχος των Αγγλων και των Γάλλων και της κατευθυνόμενης από αυτούς εσωτερικής αντιπολίτευσης. «Δούλευαν» όλοι για την άμεση επιβολή της ξενόφερτης βασιλικής δυναστείας με στόχο τον έλεγχο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η οξύτητα της αδίστακτης αντιπολίτευσης και του συμπορευόμενου Τύπου οδήγησαν τον Καποδίστρια σε αψυχολόγητες ενέργειες που όξυναν τα προσωπικά πάθη. Η σύλληψη και φυλάκιση του γηραιού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ήταν η αφορμή και όχι η πραγματική αιτία για τη δολοφονία του Κυβερνήτη.

Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Καποδίστριας πλησιάζει τα σκαλιά της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, τον μαχαιρώνει και ο θείος του Κωνσταντίνος τον πυροβολεί στο κεφάλι. Ηταν και οι δύο ντυμένοι εορταστικά κατά το έθιμο της μανιάτικης βεντέτας. Ο Καποδίστριας θα πέσει άπνους μπροστά στα σκαλιά της εκκλησίας. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης θα λιντσαριστεί και ο Κωνσταντίνος θα καταδικαστεί και θα εκτελεστεί.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, δέκα χρόνια αργότερα, απάντησε σε κάποιον που κατηγορούσε τον Καποδίστρια: «Ἀνάθεμα στοὺς Ἀγγλογάλλους ποὺ ἦσαν ἡ αἰτία κι ἐγὼ ἔχασα τοὺς δικούς μου, καὶ τὸ Ἔθνος ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲ θὰ τόνε μεταβρεῖ καὶ τὸ αἷμα του μὲ παιδεύει ὣς τώρα...».

 

Μίσος

Αυτό όμως που με έχει προβληματίσει είναι το μίσος κατά του Καποδίστρια που αποτυπώθηκε από τον Αλέξανδρο Σούτσο στην εφημερίδα Ἀπόλλων του Πολυζωίδη:

«Τρέμε τύραννε. Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου σου σημαίνει

Ἡ ὀργὴ τοῦ Ἔθνους ὅλου, ἡ ὀργή μου σὲ προσμένει

Στὸν ναὸν ποὺ θὰ μολύνῃς τρέχω νὰ παραμονεύσω

Τρέχω, τρέχω στοῦ Ὑψίστου τὸν βωμὸν νὰ σὲ φονεύσω

Μιμητὴς τοῦ Ἁρμοδίου, καὶ Ἀριστογείτων νέος,

Σκέπασε, Μαυρομιχάλη, τὸ σπαθί σου μὲ μυρσίνη.

Τὸν προδότην τῆς πατρίδος κτύπα... κτύπα καὶ γενναίως

Πέθανε καθὼς ἐκεῖνοι».

Ας ακούσουμε και τον Νίκο Καζαντζάκη. Στην τραγωδία του Καποδίστριας φαντάζεται τον Κυβερνήτη να αναφωνεί:

«Βαριέστισα! Θεριὰ μὲ ζώνουν λιμασμένα, πλαντῶ! Γυρίζω ὁλοῦθε τὴ ματιά,

φωνάζω: Ἄχ, δὲν ὑπάρχει μιὰ ψυχὴ μὲς στὴν Ἑλλάδα περήφανη κι ἁγνή, ποὺ

τὸ ἄτιμο συφέρο νὰ τὸ νικάῃ καὶ δίχως κέρδος νὰ δουλεύῃ; Μία μονάχα ψυχὴ νὰ βρῶ συντρόφισσά μου!»,

Ο Γιώργος Ρωμαίος είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας, πρώην υπουργός