Έρευνα για την σεξουαλική συμπεριφορά και υγεία των εφήβων και των μαθητών έδωσε στη δημοσιότητα το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας, Νευροεπιστημών και Ιατρικής Ακριβείας «ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ», ΕΠΙΨΥ, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS που τιμάται την 1η Δεκεμβρίου.

Η έρευνα για τη σεξουαλική συμπεριφορά των εφήβων έγινε σε δείγμα 1.310 μαθητών της Α’ Λυκείου από 77 Λύκεια της χώρας.

Οπως φαίνεται, οι έφηβοι στη χώρα μας μπαίνουν από νωρίς… στα βάσανα, ενώ τα αγόρια ειδικότερα «κερδίζουν» τα κορίτσια, τα οποία δεκαετίες τώρα είχαν τα πρωτιά στην πρώιμη έναρξη της σεξουαλικής ζωής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν, το 2018 ένας στους τέσσερις 15χρονους (26,4%) αναφέρει ότι είχε τουλάχιστον μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Το ποσοστό στα αγόρια είναι διπλάσιο σε σχέση με τα κορίτσια, 34,3% έναντι 18,6%.

Από το 2002 στο 2018, δεν παρατηρείται σημαντική μεταβολή στο ποσοστό 15χρονων αγοριών που αναφέρουν ότι είχαν έστω και μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή (33,6% και 34,3%, αντίστοιχα) ενώ τελείως διαφορετική είναι η εικόνα στα κορίτσια, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διπλασιάζεται (από 9,6% σε 18,6%).

Τα συμπεράσματα της έρευνας για τους 15χρονους έφηβους-μαθητές (Α’ Λυκείου) στην Ελλάδα έχουν ως εξής:

Σεξουαλικά ενεργοί 15χρονοι

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΠΙΨΥ, το 2018 ένας στους 4 15χρονους (26,4%) αναφέρει ότι είχε τουλάχιστον μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, σε σχεδόν διπλάσιο ποσοστό τα αγόρια (34,3%) συγκριτικά με τα κορίτσια (18,6%). Διαχρονικά, από το 2002 στο 2018, το ποσοστό 15χρονων αγοριών που αναφέρουν ότι είχαν έστω και μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή δεν μεταβάλλεται σημαντικά (33,6% και 34,3%, αντίστοιχα) ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα κορίτσια διπλασιάζεται (από 9,6% σε 18,6%).

Κατανάλωση αλκοόλ και σεξουαλική επαφή

Το 2018 ένας στους 7 έφηβους (14,1%) που αναφέρουν ότι είχαν ήδη ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή απαντούν ότι, πριν την πρώτη ολοκληρωμένη επαφή τους, είχαν καταναλώσει αλκοόλ ή κάποια άλλη ουσία. Αγόρια και κορίτσια δεν διαφέρουν σημαντικά στην κατανάλωση αλκοόλ ή άλλων ουσιών πριν την πρώτη ολοκληρωμένη επαφή (12,9% και 16,4%, αντίστοιχα)

Χρήση προφυλακτικού

Μεταξύ των 15χρονων που αναφέρουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, το 2018 τρεις στους 4 εφήβους (75,6%) απαντούν ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας σεξουαλικής επαφής που είχαν έκαναν – οι ίδιοι ή ο/η σύντροφός τους– χρήση προφυλακτικού, αγόρια και κορίτσια σε παρόμοια ποσοστά (76,7% και 73,7%, αντίστοιχα). Ωστόσο, ποσοστό 18,3% των εφήβων απαντούν ότι δεν έκαναν χρήση προφυλακτικού ενώ 6,1% απαντούν «Δεν ξέρω». Διαχρονικά, από το 2002 στο 2018 το ποσοστό 15χρονων εφήβων που αναφέρουν χρήση προφυλακτικού μειώνεται σημαντικά από 86,9% σε 75,6%.

Πρώιμη έναρξη σεξουαλικής ζωής

Μεταξύ των 15χρονων που αναφέρουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, δύο στους 3 (73,6%) την είχαν πρόσφατα (15 ετών), ένας στους 4 (26,4 %) στην ηλικία των 14 ετών ή νωρίτερα και ένας στους 10 (9,7%) στη ηλικία των 13 ετών ή νωρίτερα. Το ποσοστό των αγοριών που αναφέρουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή στην ηλικία των 13 ετών ή νωρίτερα είναι σημαντικά υψηλότερο (14,2%) από το αντίστοιχο των κοριτσιών (1,7%).

Εμπειρία πρώτης σεξουαλικής επαφής

Η εμπειρία της πρώτης σεξουαλικής επαφής είναι ένα σημαντικό γεγονός στη ζωή το οποίο συμβάλει στη σεξουαλική ανάπτυξη και έχει αντίκτυπο στις μελλοντικές σεξουαλικές εμπειρίες και συμπεριφορές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΠΙΨΥ, το 2018 ένα στα 5 κορίτσια (20,5%) και ένα στα 13 αγόρια (7,9%) απαντούν, σχετικά με την πρώτη ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή που είχαν, είτε ότι δεν ήθελαν πραγματικά να συμβεί είτε ότι θα προτιμούσαν να έχει συμβεί αργότερα. Επιπλέον, ένας στους 7 έφηβους (14,1%) που αναφέρουν ότι είχαν ήδη τουλάχιστον μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή απαντούν ότι πριν την πρώτη επαφή τους είχαν καταναλώσει αλκοόλ ή κάποια άλλη ουσία.

Χρήση αντισυλληπτικού χαπιού

Οι 15χρονοι έφηβοι που ανέφεραν έστω και μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή ρωτήθηκαν επιπλέον εάν κατά την τελευταία τους επαφή χρησιμοποίησαν –οι ίδιες ή η σύντροφός τους– αντισυλληπτικό χάπι.
Το 2018 ένας στους 17 (5,9%) αναφέρουν χρήση αντισυλληπτικού χαπιού, με το αντίστοιχο ποσοστό να παρουσιάζεται ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το 2014 (10,7%).

Γεωγραφικές διαφορές (Ν. Αττικής, Ν. Θεσσαλονίκης και Λοιπές Περιοχές)

Οι 15χρονοι έφηβοι, με ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, από το Ν. Θεσσαλονίκης αναφέρουν σε οριακά υψηλότερο ποσοστό (28,9%) ότι πριν την πρώτη ολοκληρωμένη επαφή τους είχαν καταναλώσει αλκοόλ ή κάποια άλλη ουσία, συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους στο Ν. Αττικής
(12,5%) και στις Λοιπές Περιοχές (11,8%). Δεν παρατηρούνται σημαντικές γεωγραφικές διαφορές στους υπόλοιπους δείκτες που αφορούν τη σεξουαλική συμπεριφορά των 15χρονων εφήβων.

Οικονομικό επίπεδο

Δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στην πλειονότητα των δεικτών. Ωστόσο, οι 15χρονοι έφηβοι των οποίων οι οικογένειες κατηγοριοποιούνται στο ανώτερο οικονομικό επίπεδο αναφέρουν σε ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό (32,9%), σε σχέση με τους συνομηλίκους τους από το μέσο (24,1%) και κατώτερο οικονομικό επίπεδο (26,7%), ότι είχαν τουλάχιστον μία σεξουαλική επαφή.

Ανάγκη για περισσότερα προγράμματα διαπαιδαγώγησης από το Δημοτικό

Η Άννα Κοκκέβη, Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και Επιστημονική Υπεύθυνη του Τομέα Επιδημιολογικών και Ψυχοκοινωνικών Ερευνών του ΕΠΙΨΥ, επισημαίνει ότι τα στοιχεία υπογραμμίζουν την ανάγκη για περισσότερη ενημέρωση των μαθητών.

«Βλέποντας ότι μια σημαντική μερίδα εφήβων είναι σεξουαλικά ενεργοί στην ηλικία των 15 ετών, τα στοιχεία του ΕΠΙΨΥ υπογραμμίζουν την ανάγκη για εντατικοποίηση, ήδη από το Δημοτικό, των προγραμμάτων και παρεμβάσεων αγωγής υγείας που αφορούν συγκεκριμένα στη σεξουαλική συμπεριφορά και υγεία», αναφέρει η κ. Κοκκέβη.

Σημειώνει ωστόσο ότι «οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να βασίζονται σε σύγχρονες και επιστημονικά τεκμηριωμένες πρακτικές που σχετίζονται όχι αποκλειστικά και μόνο με τη σεξουαλική συμπεριφορά αυτή καθαυτή αλλά με το σύνολο των παραμέτρων που την επηρεάζουν όπως, για παράδειγμα, το φύλο, οι αλλαγές στο σώμα του εφήβου, η ποιότητα της επικοινωνίας με τους γονείς, το σχολικό περιβάλλον και η διαρκώς αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης».

Δείτε ολόκληρη την έρευνα εδώ