«Πρόσωπα και ιστορίες»: H 89χρονη Ανιές Βαρντά, μία από τις εμβληματικές φιγούρες της νουβέλ βαγκ, και ο διεθνώς αναγνωρισμένος 33χρονος φωτογράφος και εικαστικός JR συνεργάστηκαν στη σκηνοθεσία αυτού του οδοιπορικού που συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με την ταινία δρόμου. Εδώ η Βαρντά και ο JR μοιράζονται το πάθος για τις εικόνες και πώς αυτές δημιουργούνται, παρουσιάζονται και μοιράζονται. Μαζί, ταξιδεύουν σε χωριά της Γαλλίας στο φορτηγό – φωτογραφικό θάλαμο του JR, συναντούν ντόπιους, καθημερινούς ανθρώπους, μαθαίνουν τις ιστορίες τους και δημιουργούν τεράστια πορτρέτα τους.

Οι φωτογραφίες τοποθετούνται σε τοίχους σπιτιών, σε αχυρώνες, σε εργοστάσια, ακόμα και σε τρένα, αποκαλύπτοντας την ανθρώπινη φύση και την ιστορία όσων φωτογραφίζουν αλλά και των ίδιων των δημιουργών. Θα μου πείτε, και τι έγινε; Γιατί μας αφορά αυτό; Και πώς μια τέτοια ταινία θα μπορούσε, με οποιονδήποτε τρόπο, να κάνει καλύτερη τη ζωή μας; Με τη φιλμογραφία της Βαρντά να αποτελείται κυρίως από γυναικείους χαρακτήρες που εξερευνούν και εξερευνούνται και οι ίδιες μέσα από το αστικό τους περιβάλλον, η ταινία της αυτή μοιάζει να επιχειρεί μια κόντρα πρόταση απέναντι σε έναν κυνισμό που πρωταγωνιστεί τόσο σήμερα όσο και στα χρόνια της νουβέλ βαγκ. Βλέπετε, στα φιλμ της πρωταγωνιστούν τα συναισθήματα, και μάλιστα σε μια γραφή που είναι μεν παιχνιδιάρικη αλλά ποτέ «προκλητική».

Και εδώ, η προσέγγισή του JR μοιάζει να αποτελεί το ιδανικό συμπλήρωμα στη γραφή της. Τα κολάζ του μπορεί να μην έχουν, ας πούμε, τη μέγιστη καλλιτεχνική αξία, όμως ανοίγουν δρόμο. Ακούγονται ιστορίες αληθινών ανθρώπων, αφανών ηρώων που αφήνουν πίσω τους ένα αποτύπωμα. Και δεν θα κάτσω να κρίνω τον JR ως εικαστικό εδώ, λίγο με ενδιαφέρει όταν σχηματίζονται πραγματικές σχέσεις μεταξύ των καλλιτεχνών και των αντικειμένων μελέτης τους. Εδώ η καλλιτεχνική ιδιότητα λειτουργεί σχεδόν ακτιβιστικά (δίνει φωνές στις συζύγους των λιμενεργατών της Χάβρης για παράδειγμα!), και, επιτέλους, μας παρουσιάζει ένα «ζευγάρι» καλλιτεχνών που ούτε «καταραμένοι» είναι, ούτε αφουγκράζονται τη ματαιότητα αυτού του κόσμου. Α, και προς το τέλος του φιλμ, οι δυο ήρωες αφήνουν τη Γαλλία αναζητώντας τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Οι στιγμές αυτές και η μελαγχολία που κουβαλούν είναι ένα τρυφερό, γλυκόπικρο φιλμικό δώρο τόσο της Βαρντά όσο (άθελά του) και του Γκοντάρ για το σινεμά του 21ου αιώνα.

Βαθμοί: 8

Εκπληξη!

«Τα μυστήρια της Σικελίας»: Να μια παράξενη, αλλά και αναπάντεχη –στην ομορφιά της –ταινία. Σε ένα απομονωμένο χωριό της Σικελίας, ο 13χρονος Τζουζέπε εξαφανίζεται. Πίσω από την πράξη, το οργανωμένο έγκλημα. Η Ομερτά κυριαρχεί, όμως η Λούνα, μια νεαρή μαθήτρια ερωτευμένη μαζί του, αποφασίζει να ρίξει φως στη μυστηριώδη εξαφάνιση. Πρόκειται για αληθινή ιστορία που σόκαρε την Ιταλία των 90s, από την οποία αντλεί έμπνευση το σκηνοθετικό δίδυμο των Φάμπιο Γκρασαντόνια και Αντόνιο Πιάτσα, οι οποίοι, μετά το εξαιρετικό «Salvo», επιστρέφουν με ένα σκοτεινό παραμύθι που παραπέμπει ακόμα και στους αδελφούς Ταβιάνι. Δεν είναι πάντα πετυχημένο, αλλά όταν είναι, σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό.

Βαθμοί: 7

Ειλικρινές και τρυφερό

«Τυφλή αγάπη»: Υπάρχουν κι αυτές οι «αισθηματικές» ιστορίες, που δεν έχουν τίποτα το αγοραίο, τίποτα το φτηνό, που δεν κάνουν έκκληση στον δικό μας συναισθηματισμό γιατί είναι οι ίδιες γεμάτες αγάπη. Η Ναόμι Καβάσι είναι μια τέτοια σκηνοθέτρια. Και εδώ μας αφηγείται την ιστορία της Μιζάκο και του Νακαμόρι. Η πρώτη έχει μια αξιοπερίεργη ασχολία: γράφει κείμενα που αποτελούν τη βάση για ηχητικές αποδόσεις ταινιών για άτομα με προβλήματα όρασης. Εχει όμως μια βαριά άρρωστη μητέρα (και δεν έχει ξεπεράσει τον χαμό του πατέρα της). Ο δεύτερος είναι ένας μεγαλύτερός της φωτογράφος, πραγματικά ερωτευμένος με την τέχνη του, που όμως σταδιακά χάνει την όρασή του. Αντιλαμβάνεστε τις σημάνσεις της ιστορίας, ναι. Αλλά χρειάζονται κι αυτές οι ιστορίες. Ειδικά όταν μια φιλμογράφος τις πιστεύει τόσο.

Βαθμοί: 7

Δεν παίρνεις ανάσα

«Μετά τον χωρισμό»: Μετά το διαζύγιό τους, η Μίριαμ και ο Αντουάν παίρνουν την από κοινού κηδεμονία του γιου τους Ζουλιάν, παρά την αντίθεση της Μίριαμ. Ο Αντουάν, που δεν αντέχει τον χωρισμό με τη γυναίκα του, καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να παραμείνει κοντά της. Από τη μια ένας βίαιος πατέρας. Από την άλλη μια νευρωτική μητέρα. Κανένα έλεος για τον μικρό Ζουλιάν. Και όλα αυτά σε ένα σινεμά ορμητικό, που σε γραπώνει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο, δίχως ίχνος διδακτισμού. Το λες και ψυχολογικό θρίλερ. Δεν βγαίνεις ανάλαφρος από την αίθουσα, αλλά σίγουρα εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μεγάλο ταλέντο: ο σκηνοθέτης Ξαβιέ Λεγκράν είναι σπουδαίος μάστορας.

Βαθμοί: 7

Προβάλλονται επίσης

Τo «Tomb Raider: Lara Croft» είναι καλύτερο απ’ ό,τι περίμενα, ίσως επειδή η Αλίσια Βικάντερ είναι άξια διάδοχος της Αντζελίνα Τζολί, ίσως πάλι επειδή το πρώτο εκείνο φιλμ ήταν τόσο άθλιο (Βαθµοί: 5). Στον «Θεριστή» έχουμε μια αναπάντεχη ιστορία: το 1852 όλοι οι άνδρες ενός γαλλικού χωριού αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν λόγω του πολέμου και οι γυναίκες που απομένουν μοιράζονται κάθε περαστικό άνδρα. Ακούγεται «σκοτεινό», αλλά δεν είναι, αντιθέτως μοιάζει με την «Τεστοστερόνη» του Πανουσόπουλου… χωρίς το χιούμορ. Διαθέτει όμως λυρισμό, μια ρετρό νοσταλγία και μια κάποια πολιτική αιχμή.(Βαθµοί: 5). Τέλος, στο «Ενας ξένος στην πόλη» ένας απεγνωσμένος υπάλληλος φαρμακευτικής, ο οποίος βρίσκεται σε ταξίδι στο Μεξικό, οργανώνει την ψεύτικη απαγωγή του (με Σαρλίζ Θέρον και Ντέιβιντ Ογέλοου), ενώ στη «Μούσα» ο ισπανός μετρ του τρόμου Χαούμε Μπαλαγκουέρο σκηνοθετεί το πρώτο αγγλόφωνο φιλμ του.