Η γραφή, έμπειρη, πολύτροπη και μεθοδική, ανακεφαλαιώνει εδώ, στην τέταρτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Λιάνας Σακελλίου, κρίσιμα βιωματικά στοιχεία. Αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως σε σημαίνοντες κειμενικούς δείκτες τις περισσότερες πτυχές του γενέθλιου τόπου, ο λόγος διεκδικεί αλήθειες. Ο Πόρος, ένα από τα ελάχιστα άρρενα νησιά μας, γεννά τα ικανά και αναγκαία ερεθίσματα των συναφών αποτυπώσεων. Επισημαίνω ότι πολλά επώνυμα ή και άσημα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται άρρηκτα με αυτόν, συνιστούν τις κύριες εστίες αναφορών. Το υποκείμενο, το οποίο μας δείχνει όσα έχει δει, ακούσει ή έχει απλώς μάθει από άλλους, είναι εν τέλει ταυτόσημο με τη γεωγραφική συντεταγμένη. Το γενέθλιο τοπίο αποδεικνύεται έτσι εξαιρετικά ομιλητικό. Είναι η περγαμηνή, την οποία διαβάζει με προσοχή και συνέπεια ενδελεχούς φροντίδας η υποψιασμένη κάτοικος. Η απόγονος δηλαδή των σημείων του Πόρου. Εγώ και χώρος, για να το διατυπώσω διαφορετικά, είναι συνενωμένα σε μια δέσμη συμβατών νοημάτων. Νησί και υποκείμενο διαχέονται το ένα μέσα στο άλλο κατά τρόπο πρόσφορο, καλώς κατανεμημένο και το σημαντικότερο: εύηχο. Υπομνηματίζοντας το συγκεκριμένο τοπόσημο, ο ευέλικτος και ευφυώς συγκερασμένος στίχος τείνει να αναχθεί στις απώτερες, στις κεκρυμμένες ουσίες των όντων. Αποκαλυπτικός, δεόντως αποδεικτικός, γειωμένος σταθερά στην επιφάνεια των φαινομένων, έχει μάθει μετά από την επιμελή άσκηση, να αξιοποιεί ολόκληρη τη δεξαμενή των αισθημάτων.
Εξεταστικό βλέμμα
Σε ένα από τα εισαγωγικά ποιήματα, στο «Μοίρασμα τῶν καρπῶν», συνοψίζεται τόσο ο έλεγχος, ο οποίος ασκείται στο διαθέσιμο συγκινησιακό υλικό, όσο και η λεκτική αγωγή που τηρείται, καθώς το πρωταρχικό σχέδιο καταλήγει προοδευτικά στο συγκεκριμένο αισθητικό προϊόν. Εννοώ εδώ τα εξής: 
«Φτιάχνει προτομὲς ἀλλὰ καὶ ὁλόσωμα πορτρέτα / ποὺ ἐπιτρέπουν στὸ σῶμα νὰ κινηθεῖ μὲς στὸ τελάρο. / Στὸ πρόσωπο ἀφήνει πάντα τὴν περιπέτεια τῶν σκιασμῶν. / Συνδέεται μὲ τὴν Κουνέλη καὶ περνάει τὰ καλοκαίρια στὴν «Ὄαση». / Ἐδῶ γνωρίζεται μὲ τὸν πατέρα μου. / Ὁ Σκαρλάτος ἔγινε ὁ σπουδαῖος προσωπογράφος /τῶν Ἀνακτόρων καὶ τῆς ὁμογένειας. /Τὰ ρόδια μας ἔγιναν πίνακες». 
Το εξεταστικό βλέμμα διαπερνά τον συγκεκριμένο χωρόχρονο, χωρίς να αφήνει το τετριμμένο ή το κατ΄ αρχήν περιττό επ΄ ουδενί έξω από τη μείζονα ακτίνα της δράσης του. Η αξιοποίηση και η περαιτέρω προβολή του εννοιολογικά δήθεν ασήμαντου συνιστά μια από τις κύριες μέριμνες της διεξοδικής αυτής ποιήτριας. Ισχύει άλλωστε και στην προκειμένη περίπτωση η παλαιότερη ομολογία της, ήτοι ότι αντιδρά ως «Εισβολέας οφθαλμός / για να τα βλέπει όλα», όπως διατυπώνεται ευθέως στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της, με τίτλο Πορτρέτο πριν το σκοτάδι, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω το 2010.
Εκεί, όπως ακριβώς κι εδώ, τα εσωτερικά και εξωτερικά τοπία συνδιαλέγονται αρμονικά. Τίποτα δεν εξέχει, τίποτα δεν αντιστρατεύεται την προσωδία, την οποία επιβάλλει η μέθεξη του μέσα/εδώ/τώρα με το εκεί/έξω/πάντα. Οι αλλεπάλληλες θετικές ανταποκρίσεις των όρων και των ορίων οδηγούν σε μιαν ενότητα βίου. Εξ ου και το αίσθημα της πληρότητας, το οποίο εισπράττει αμέσως η ανιχνευτική ανάγνωση. Αρκεί να μνημονεύσω ενδεικτικά τα εξής: «Κρατώ τα χέρια σου στα δικά μου / και φαντάζομαι τις σκοτεινές αλέες / έξω από το γοτθικό παράθυρο - / η κρυφή ζωή ανταποκρίθηκε /στην πέτρα που έριξες στο τζάμι» (βλ. ό. π.).
Και στο Οπου φυσά γλυκά η αύρα η γραφή γνωρίζει ποιο ακριβώς κρίσιμο δεδομένο της στοχαστικής ζωής οφείλει να διερμηνεύσει περισσότερο και πότε ακριβώς πρέπει να παραιτηθεί, να αναλογισθεί τα αρμόδια ειδολογικά ήθη, τα οποία κατ΄ εξοχήν την αφορούν, και να επιστρέψει εν συνεχεία στην παραγωγική της αφετηρία. Επισημαίνω ότι σε ένα άλλο προλογικό ποίημα, στον «Εὐαγγελισμό,1907»,το μεταφυσικό στοιχείο επαναπροσδιορίζεται ως η κατ' εξοχήν φύση. Τονίζω ότι η εξόφθαλμα κομψή διατύπωση προϋποθέτει σειρά απορρίψεων του όποιου λυρικού ιζήματος. Δηλαδή κατά λέξη: «Ἀρχάγγελε προστάτη, / μίλησέ μου γιὰ τὴ γυμνὴ στιγμὴ /ὅταν πλαγιάζει ὁ ἥλιος /τῆς ἀσκητικῆς φύσης /κι ἕνα κομμάτι φῶς τίκτει τὸ μαῦρο / σὲ μισόκλειστες φτεροῦγες / στοὺς ὤμους ἢ στὶς φτέρνες / ἐρατεινὴ ἡ κόρη / ἐνδύεται τὴ ρόδινη ἐσθήτα / στὴν ἀλχημεία τῆς ὕλης / σὰν νὰ προανάγγελλες...». Δεν θα χρειασθεί δηλαδή να υπερεξιστορηθεί ή να οδηγηθεί σε αδιέξοδες υπερβολές η όποια δήλωση. Η οικονομία των επιγραμμάτων συνιστά εκ προοιμίου τον αρμοδιότερο των δασκάλων.
Επίμοχθη μαθητεία
Συγκρατώ ότι η εικαστική προοπτική, η εικαστική επίγνωση είναι επίσης εμφανής. Αλλωστε η ευρύτερη παιδεία της Λιάνας Σακελλίου, καθηγήτριας της αμερικανικής λογοτεχνίας και συγγραφικής στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, προοικονομεί, ως εκ των πραγμάτων, πλείστα εφόδια πρόσληψης των ορατών. Παραθέτω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής κατά λέξη την «Κωπηλασία Κωστῆ Παρθένη» από την τρίτη ενότητα της κρινόμενης σήμερα συλλογής: «Ὑδάτινη ὁδὸ διασχίζει— / τοπίο ὀνείρου./Ἀχνίζουν τὰ δέντρα/καὶ διατάσσονται. /Ἑστιάζει /στὴ διάθλαση—/παρατηρητὴς ψαριῶν. /Τόση σιωπή; /Νευρικὰ σφίγγει τὰ κουπιὰ / καὶ ρίχνει μὲ φόρα τὴ βάρκα / σὲ ἀστικὸ σαλόνι./Βυσσινὶ μπροκὰρ κουρτίνες /καὶ εἰκόνες δεσποτικές. /Βρῆκε τὴν κλίση του».
Τα πράγματα διεκδικούν σε ισότιμη βάση με τα υποκείμενα την προσοχή μας. Η δε σύμπνοια, η οποία παρατηρείται ενίοτε στη σχέση εγώ και ετερότητας, οικοδομεί ασφαλώς φιλότητα. Κι «όταν απέξω η άλλη θάλασσα / σαρώνει τα μυστικά των λουομένων», το ποιητικό υποκείμενο συστρέφεται, αναλογίζεται εαυτό, εγκολπώνεται διαισθητικά την όποια εντελέχεια κρατεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ως έχει. Από το έλασσον των κεκτημένων της ζωής, από τα ψίχουλα που αφήνει στο τραπέζι της η καθημερινότητα, ο ποιητικός νους επιχειρεί να σπουδάσει, ει δυνατόν, το απόλυτο νόημα του ευεργετικού ή μη διάκοσμου. Η συγκλήρωση του βίου μέσα σε μια μαθητεία γνωστικού φωτός και απόκρημνου, κυρίαρχου σκότους προσδιορίζεται με ενάργεια σε πλείστες εκφάνσεις του παρόντος διαβήματος. Κι αυτά ως μαθητεία, αν όχι βασανιστική, πάντως επίμοχθη. Το διαυγές δίστιχο, το οποίο έπεται, συνιστά οιονεί περίληψη αναλόγων εμπειριών: «Μάθαινα να προσαρμόζω τα δάχτυλά μου στα σκότη - / ήταν τα μαύρα πλήκτρα και τα λευκά το φως».Κοντολογίς, πρόκειται για έναν σαφώς αναβαθμισμένο λόγο, ο οποίος υπάρχει κυρίως για να μνημειώνει Εαυτό.

Λιάνα Σακελλίου
Οπου φυσά γλυκά 
η αύρα
Εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 142
Τιμή: 10 ευρώ