Από τον Φρανκ Κάπρα και τον Αλφρεντ Χίτσκοκ μέχρι τον Κλοντ Λελούς και τον Φεντερίκο Φελίνι, όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί του κινηματογράφου, που κάθε τους ταινία ήταν ένα κινηματογραφικό γεγονός με γενναίο εμπορικό πρόσημο, έχαναν την επαφή με το κοινό και την εποχή τους. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ όμως ήταν, για τέσσερις δεκαετίες τουλάχιστον, ένας σκηνοθέτης που με κάθε του φιλμ γνώριζε γιγαντιαία εισπρακτική επιτυχία και το όνομά του αποτελούσε από μόνο του εγγύηση: δεν γίνεται να μη γνωρίζεις ποιος είναι ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ακόμη κι αν έχεις μηδενική επαφή με το σπορ της κινηματογραφοφιλίας.
Κι όμως, η τελευταία του ταινία, ο «Μεγάλος φιλικός γίγαντας», γνώρισε παταγώδη εμπορική αποτυχία, παρά τον «παιδικό» της χαρακτήρα αλλά και τις θετικότατες κριτικές του αμερικανικού και του διεθνούς Τύπου. Το φιλμ, βασισμένο στο ομώνυμο παραμύθι του Ρόαλντ Νταλ, κόστισε περίπου 140 εκατομμύρια δολάρια και δεν έχει «τσεπώσει» ούτε 50 παγκοσμίως. Σκεφτείτε τώρα πως μια κινηματογραφική παραγωγή αρχίζει να έχει κέρδος μόνο όταν έχουν συμπληρωθεί εισπράξεις διπλάσιες του προϋπολογισμού της. Με άλλα λόγια, η ταινία είναι «μέσα» κατά 230 εκατομμύρια δολάρια. Τώρα, σε περίπτωση που σας έπιασε ίλιγγος διαβάζοντας αυτά τα νούμερα, σας ενημερώνω πως οι χολιγουντιανές βιομηχανίες είναι «εκπαιδευμένες» σε τέτοιες χασούρες και το πιθανότερο είναι πως δεν άνοιξε ούτε ρουθούνι στα λογιστήριά τους. Το γεγονός είναι άλλο: Μήπως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ έχασε κι αυτός την επαφή του με το κοινό;
Αλλωστε, ο Σπίλμπεργκ ήταν αυτός που εγκαινίασε την εποχή των μεγάλων blockbusters, ο άνθρωπος που άλλαξε μια για πάντα τους κανόνες του παιχνιδιού. Και αυτό σε αντίθεση με τους φίλους του εκείνα τα χρόνια –δηλαδή τον Μάρτιν Σκορσέζε, τον Μπράιαν ντε Πάλμα και τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, που προτιμούσαν ιστορίες μικρότερης εμβέλειας, με τρωτούς, ευάλωτους ήρωες. Μακριά δηλαδή από ταινίες όπως «Τα σαγόνια του καρχαρία» του 1975, το πρώτο επισήμως καταγεγραμμένο χολιγουντιανό blockbuster. Από τότε μέχρι σήμερα, ο Σπίλμπεργκ επέστρεφε διαρκώς με ταινίες ολοένα και πιο πετυχημένες: «Στενές επαφές τρίτου τύπου», η τετραλογία του «Ιντιάνα Τζόουνς», «Ε.Τ. ο εξωγήινος», «Κάπτεν Χουκ», «Τζουράσικ Παρκ» (και το σίκουέλ του), «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν», «Minority Report», «Πιάσε με αν μπορείς», «Ο πόλεμος των κόσμων», «Οι περιπέτειες του Τεντέν» (με εισπράξεις 380 εκατομμυρίων παγκοσμίως) και φυσικά το «Λίνκολν» που έσπασε γρήγορα το φράγμα των καλλιτεχνικών προδιαγραφών του, μαζεύοντας 275 εκατομμύρια δολάρια στα ταμεία (κόντρα στα μόλις… 65 εκατομμύρια που είχε στοιχίσει).
Η «ΜΟΔΑ ΤΩΝ ΚΟΜΙΚΣ». Κι όμως, οι τρυφερές και άκρως ρομαντικές ταινίες του τώρα μοιάζουν εκτός τόπου και χρόνου σε μια εποχή κατά την οποία οι αίθουσες κατακλύζονται από προκατασκευασμένες ταινίες-προϊόντα δίχως προσωπική ματιά και ταυτότητα (όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με όλες τις κόμικ παραγωγές –αν εξαιρέσουμε εκείνες που φέρουν την υπογραφή ενός Κρίστοφερ Νόλαν ή ενός Μπράιαν Σίνγκερ) ή από αναρίθμητα σίκουελ και ριμέικ παλαιότερων (δοκιμασμένων) επιτυχιών, που όμως φέρνουν πολλά λεφτά. Σημειώστε πως ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ θεωρεί πως όλη αυτή η «χρυσή» εμπορική περίοδος θα ξεφουσκώσει –και μάλιστα, απότομα. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του παραλλήλισε τη μόδα των κόμικ ταινιών με αυτή των γουέστερν που έσβησε μέσα σε μία νύχτα.
Ο σκηνοθέτης δεν έχει άδικο. Η ιστορία δεν αλλάζει –μόνο επαναλαμβάνεται. Και η αγορά πάντα λειτουργούσε βασισμένη στις μόδες που η ίδια έστηνε, διά της επανάληψης και της τριβής. Απλά, παλιότερα, τις μόδες αυτές τις δημιουργούσε ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ. Σήμερα πουλάνε οι κόμικ ταινίες, οι ιστορίες «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο κυνικός τρόμος, τα κινούμενα σχέδια για μικρομέγαλους θεατές και οι σκατολογικού περιεχομένου κωμωδίες. Ολες τους, μεγαλύτερα ή νεότερα παιδιά μιας γιγαντιαίας επιχείρησης όπου το σινεμά αποτελεί μονάχα ένα μικρό κομμάτι της πίτας (προσθέστε τη μουσική βιομηχανία αλλά και το Διαδίκτυο και θα έχετε μια πιο σαφή εικόνα). Στο μεταξύ, ο Σπίλμπεργκ θα συνεχίσει να κάνει ταινίες, μικρού ή και μεγάλου προϋπολογισμού. Επειτα από τόσα χρόνια εντεταλμένης ψυχαγωγικής υπηρεσίας, έχει κερδίσει αυτό το δικαίωμα.