Νέα Υόρκη, 1959. Ο 27χρονος Φερνάντο Μποτέρο μόλις έχει ολοκληρώσει το πορτρέτο ενός κοριτσιού από την Κολομβία. Οταν το βλέπει, η καθαρίστρια του εργαστηρίου του, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, του λέει ότι του θυμίζει τη Μόνα Λίζα. Ο κολομβιανός ζωγράφος αποφασίζει να προσθέσει ένα αινιγματικό χαμόγελο στο πορτρέτο και να το μετονομάσει σε «Μόνα Λίζα, δώδεκα ετών».

Δύο χρόνια αργότερα – σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του καλλιτέχνη, η πρώτη επαγγελματίας επιμελήτρια του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, η Ντόροθι Μίλερ, επισκέπτεται το ατελιέ ενός αμερικανού καλλιτέχνη, που βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με εκείνο του σχεδόν άγνωστου τότε Μποτέρο. Εκείνος της προτείνει να ρίξει μια ματιά και στο εργαστήριο του Κολομβιανού που μένει πιο κάτω.

Η Μίλερ χτυπά το κουδούνι. Ο Μποτέρο – ευτυχώς όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος – είναι εκεί κι ανοίγει την πόρτα. Στο πάτωμα είναι ακουμπισμένη η «Μόνα Λίζα, δώδεκα ετών». Την επόμενη ημέρα ένα συνεργείο του MoMA περνάει από το εργαστήριο του ζωγράφου για να το παραλάβει.

Είναι η αφετηρία για την απογείωση της διαδρομής του Φερνάντο Μποτέρο. Ο νεαρός καλλιτέχνης αποκτά πρόσβαση στους σημαντικότερους ανθρώπους της αγοράς τέχνης και ξεκινά μια αμφίδρομη σχέση με τη Νέα Υόρκη: τα μνημειακά γλυπτά του στις επόμενες δεκαετίες θα κοσμήσουν τη λεωφόρο Παρκ και άλλες γωνιές της πόλης, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού τοπίου. Κι η Νέα Υόρκη θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του γλώσσας.

Ένα αδελφό πορτρέτο της 12χρονης Μόνα Λίζα που απέκτησε το ΜοΜΑ, η «Μόνα Λίζα 13 ετών» (1959) είναι ένα από τα 20 ζωγραφικά έργα και γλυπτά, που πρωταγωνιστούν στην έκθεση – την πρώτη που αφιερώνεται σε έναν και μόνο καλλιτέχνη – στους νέους χώρους του κεντρικού κτιρίου Sotheby’s στη Νέα Υόρκη.

Και η οποία υπό τον τίτλο «Ο Μποτέρο στη Νέα Υόρκη» επιχειρεί να φωτίσει τη γέννηση του «Μποτερισμού», της εικαστικής γλώσσας που έκανε τον Μποτέρο αναγνωρίσιμο σε όλο τον κόσμο με τις διογκωμένες μορφές που αποπνέουν ταυτόχρονα δύναμη, αισθησιασμό, χιούμορ και λεπτή ειρωνεία, μέσα από έργα, ορισμένα εκ των οποίων εκτίθενται ή έχουν εκτεθεί ελάχιστα ή και ποτέ στο ευρύ κοινό.

Καθοριστική περίοδος

Η έκθεση παρουσιάζει έργα από εκείνη την καθοριστική περίοδο της Νέας Υόρκης, αποκαλύπτοντας ότι το ύφος του δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ούτε παρέμεινε αμετάβλητο. Αντίθετα, παρουσιάζει έναν νεαρό δημιουργό που πειραματίζεται, αναθεωρεί και σταδιακά οικοδομεί τη γλώσσα που θα τον καταστήσει έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.

Χαρακτηριστική είναι η «Αποθέωση του Ραμόν Χόγιος», αφιερωμένη στον θρυλικό κολομβιανό ποδηλάτη, έργο που ξεχωρίζει, καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα που ο Μποτέρο πειραματίστηκε με στοιχεία αφαίρεσης, παρά το γεγονός ότι είχε αρνηθεί να ακολουθήσει την τότε κυρίαρχη τάση του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

Παράλληλα, παρουσιάζονται οι δημιουργικές συνομιλίες του με την ιστορία της τέχνης. Στα «Ηλιοτρόπια» (1977) μεταμορφώνει το διάσημο θέμα του Βαν Γκογκ μέσα από τη δική του πληθωρική αισθητική, ενώ η «Νεκρή φύση με καρπούζι» (1965) επαναπροσεγγίζει την ισπανική παράδοση της νεκρής φύσης, χαρίζοντάς της ένταση χρωμάτων και χαρακτηριστικό όγκο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το έργο «Πικνίκ» (1973), το οποίο εκτίθεται δημόσια για πρώτη φορά. Σε ένα καταπράσινο δάσος, δύο γυμνές μορφές αναπαύονται πάνω σε μια κουβέρτα, δίπλα σε ένα προσεκτικά τακτοποιημένο καλάθι. Πρόκειται για μια διακριτική αλλά ευφυή αναφορά στο «Γεύμα στη χλόη» του Εντουάρ Μανέ, όπου η φαινομενικά γαλήνια σκηνή μετατρέπεται σε σχόλιο για τις κοινωνικές συμβάσεις και τις ταξικές σχέσεις.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail