Στις 2 Φεβρουαρίου 1975 καθηγητής τότε μαζί με τη γυναίκα μου στη Σχολή Μωραΐτη με λυκειάρχη τον Τάσο Λιγνάδη καλεστήκαμε στο σπίτι του Αντώνη Μωραΐτη, όχι για πρώτη φορά, για δείπνο. Η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν βρεθήκαμε να συνυπάρχουμε για ένα συναρπαστικό βράδυ με τον Νίκο Καββαδία, τον ναυτίλο ποιητή, μύθο της γενιάς μας και μύθο έκτοτε πολλών γενεών. Ο Καββαδίας, γεννημένος στη Μαντζουρία το 1910, όταν ήρθε στην Ελλάδα είχε κατοικήσει στον Πειραιά. Στον Πειραιά είχε, λίγο νεότερος, περάσει δύσκολα φοιτητικά χρόνια και ο Αντώνης Μωραΐτης από το Καστελλόριζο, που όταν γεννήθηκε δεν ανήκε στο ελληνικό κράτος. Φίλος του Μωραΐτη ήταν και ο καστελλορίζιος πολιτικός Γεώργιος Μαύρος. Ο Μωραΐτης είχε στενό δεσμό από τα τρυφερά χρόνια της δεκαετίας του ’30 με τον Καββαδία, τον ποιητή του «Μαραμπού» και του «Πούσι», όμως ήταν επιτυχημένος πλέον ιδιοκτήτης μεγάλου ιδιωτικού σχολείου και χρηματοδότησε την τελευταία συλλογή του Καββαδία «Τραβέρσο» που κυκλοφόρησε μεταθανατίως, ύστερα από τον ξαφνικό θάνατο σε ηλικία 65 ετών του ποιητή, στις 10 Φεβρουαρίου 1975. Κι εκείνο το μοιραίο βράδυ γιορταζόταν αυτή η συνεργασία των δύο παλαιών φίλων.
Ο Καββαδίας είχε τα κέφια του. Οι αφηγήσεις του ήταν συναρπαστικές και οι τολμηρές ναυτικές του εμπειρίες σαγηνευτικές. Στο ζεστό περιβάλλον του σπιτιού του Μωραΐτη, ο ποιητής έβγαλε το σακάκι του και αποκαλύφθηκαν τα τατουάζ του. Κάποια κυρία της σύναξης ζήτησε να της εξηγήσει πώς έστιξε το δέρμα του με αυτές τις γοητευτικές γοργόνες στα μπράτσα. Εκείνος την παρακάλεσε να μην επιμένει γιατί αν το αφηγείτο θα μετάνιωνε. Εκείνη και άλλες γυναίκες της παρέας επέμεναν. Και τότε εκείνος μας μύησε σ’ αυτή την τελετή. Γιατί, αφηγήθηκε, είχε ξεμπαρκάρει στη Μαλαισία και είχε προσφύγει σε έναν ειδικό για τατουάζ που διατηρούσε τα σύνεργά του σε μια άθλια καλύβα. Εκεί ο Καββαδίας υπέστη την πρώτη επώδυνη επέμβαση. Εφαρμόστηκε στο μπράτσο του ένα ρυζόχαρτο με το σχέδιο που είχε επιλέξει, μια γοργόνα, και ο ειδικός αφού βύθισε τις βελόνες του σε ένα μαγκάλι με κάρβουνα άρχισε να τρυπάει το περίγραμμα του ρυζόχαρτου και να βυθίζει τις πυρωμένες βελόνες του στη σάρκα του ποιητή, χωρίς αναισθητικό. Ο Καββαδίας λιποθύμησε και όταν τέλειωσε η «τελετή» ξάπλωσε σ’ ένα άθλιο κρεβάτι και για μέρες ψηνόταν στον πυρετό. Σε δύο εβδομάδες έφυγε, ξαναμπαρκάρισε και οι πληγές, τρύπες στη σάρκα του αφού διαπυήθηκαν σε έναν χρόνο επουλώθηκαν αφήνοντας όμως σημάδια. Το περίγραμμα της γοργόνας τότε ξανασκίστηκε από τον «ειδικό», ο οποίος τώρα εμφύτευσε στις επουλωμένες τρυπούλες έγχρωμα σκάγια με μια λαβίδα. Επειτα με ένα μακρύ σπίρτο έβαλε φωτιά στα σκάγια, τα οποία εκρήγνυνταν. Νέα λιποθυμία, άλλες δύο εβδομάδες υψηλός πυρετός. Οταν έγινε καλά, είχε στο μπράτσο του αυτό το έγχρωμο τατουάζ που είχε ερεθίσει την περιέργεια των κυριών στο σπίτι του Μωραΐτη. Η κυρία που το ζήτησε λιποθύμησε και συνήλθε με μια – δυο γουλιές κονιάκ.
Οταν τέλειωσε η ωραία και μοιραία αυτή βραδιά και διαλύθηκε η παρέα, ο Καββαδίας ζήτησε να του καλέσουν ένα ταξί. Προθυμοποιηθήκαμε εγώ και η γυναίκα μου να τον πάμε στην Δεινοκράτους στο Κολωνάκι, όπου ήταν το σπίτι του, με τον Σκαραβαίο μας. Γύρω στις 2 τα ξημερώματα μας καληνύχτισε και μια εβδομάδα μετά είχε φύγει από τη ζωή από συγκοπή καρδιάς.
Εκείνο το βράδυ πριν από την επίδειξη του τελετουργικού του τατουάζ κάποια στιγμή με βαθύ παράπονο μας εξομολογήθηκε μια πρόσφατη τραυματική του συνάντηση. Εφερε ήδη βαρέως που λόγω υγείας είχε εγκαταλείψει τα μεγάλα ταξίδια με τα τάνκερ, ως ασυρματιστής. Για λόγους συνταξιοδότησης είχε προσληφθεί πάντα ως ασυρματιστής σε τουριστικά πλοία που έκαναν τουρ στο Αιγαίο: Πειραιάς, Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Ρόδος κ.λπ. Σ’ ένα τέτοιο πλοίο επιβιβάστηκε μαζί με άλλους τουρίστες και ο Σεφέρης με τη Μαριώ για να επισκεφθούν τη γενέθλια Σμύρνη και το πατρικό εξοχικό του σπίτι στη Σκάλα.
Σ’ αυτές τις κρουαζιέρες ο πλοίαρχος, οι αξιωματικοί και το άλλο πλήρωμα υποδέχονται στο κατάστρωμα τους τουρίστες. Οταν το ζεύγος Σεφέρη χαιρέτησε το πλήρωμα, ο Καββαδίας έσπευσε να καλωσορίσει θερμότερα τον συνάδελφο ποιητή. Ο Σεφέρης αντιπαρήλθε την οικειότητα και χαιρέτησε ψυχρά, παρότι γνώριζε παλαιότερα τον Καββαδία. Και όταν κατά τη συνήθεια στο δείπνο ο καπετάνιος καλεί στο τραπέζι του κάποιον επιφανή επιβάτη, ο Καββαδίας σχεδόν δακρυσμένος κατέθεσε εκείνο το βράδυ πως ο νομπελίστας ποιητής απέτρεψε τον πλοίαρχο να καλέσει στο τραπέζι και τον ασυρματιστή Μαραμπού! Ενώ συνήθως σε άλλα ταξίδια παρακάθονταν με άλλους επώνυμους επιβάτες. Ο Καββαδίας το υπέθεσε, διότι ο πλοίαρχος απέφυγε να δικαιολογήσει τη μοναδική φορά που απέκλεισε τον διάσημο ασυρματιστή του (μαρκονιστής στην ορολογία της ναυτοσύνης) από μια πάγια συνήθεια.
Ηταν περίλυπος εκείνο το βράδυ ο Καββαδίας και θα έλεγα πως η περιέργεια της φίλης κυρίας για το τατουάζ έσπασε λίγο την ατμόσφαιρα για την προσβολή που του είχε γίνει.
Αυτές οι καταθέσεις ήρθαν στη μνήμη μου τώρα που και ο Καββαδίας και ο Μωραΐτης και ο Λιγνάδης και η γυναίκα μου και άλλοι δύο συνάδελφοι τότε της Σχολής (ο Δημαράς και ο Κυνηγός) δειπνούν στις όχθες του Αχέροντα, ακούγοντας σε θεατρική μορφή τα έξοχα τραγούδια σε αθάνατους στίχους του Καββαδία που έχει χαρίσει στην ευαισθησία μας ο Θάνος Μικρούτσικος.
Στην παράσταση «Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου» στο Θέατρο Badminton, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Θάνου Μουμουλίδη, η εταιρεία 5η Εποχή και συνεργάτες στη συγγραφή οι Π. Πανταζή, Μ. Παναγιωτοπούλου και Β. Παναγιωτοπούλου, με σκηνικά και κοστούμια του Γ. Πάτσα, χορογραφίες της Σ. Μικρούτσικου και βίντεο Ν. Τσιμούρη, ένας πολυπρόσωπος θίασος (ανάμεσά τους Στ. Μάινας, Νίκος Αρβανίτης, Στ. Ζαλμάς, Μαρ. Πολυχρονίδη, Ελισάβετ Μουτάφη, Κ. Φάμης, Κ. Φαλελάκης, Ι. Παπαζήσης), ζωντάνεψε μια εποχή και προβλήθηκε η ενδογενής για τη γενιά του Καββαδία τάση φυγής από τον τραυματικό μεσοπόλεμο των δικτατοριών και την πρώτη οικονομική κρίση αλλά και συνάμα το αίτημα των προλετάριων της θάλασσας για μια καλύτερη ζωή.
Βέβαια το βάρος του ενδιαφέροντος αυτού δρώμενου έπεσε στις ταλαντούχες φωνές του Κώστα Θωμαΐδη, της Ρίτας Αντωνοπούλου, της αποκαλυπτικής Πολυχρονίδη, της Μουτάφη.
Η επί σκηνής παρουσία του Μικρούτσικου με το πάθος και τη θεατρικότητά του έδωσε στο θέαμα – ακρόαμα το κύρος μιας μυσταγωγίας.
Η παράσταση αφιερώθηκε στον Μηνά Χατζησάββα που ετοιμαζόταν να πρωταγωνιστήσει πριν αναχωρήσει για τον Χώρο του Αχώρητου.
Μια πολιτιστική προσφορά σωσίβιο στην καταιγίδα που περνάμε. Οαση στην έρημο εν μέσω μουσώνος.