Ακόμη κι αν δεν υπήρχαν ως επωδός σε πολλές συζητήσεις με τη Μαρίνα Καραγάτση οι στίχοι του Αλέκου Σακελλάριου που τραγουδάει η Στέλλα Γκρέκα «Γαλάζια τα πάντα, γαλάζια τα κύματα και κάτασπροι γλάροι», θα αρκούσε η θέα του φωτεινού της προσώπου για να καταλάβεις γιατί ο μύθος της καβαλάει τις δεκαετίες σαν να έχει θριαμβεύσει λίγες ώρες πριν. Και να καταλάβεις γιατί ο Αγγελος Παπαδημητρίου, ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός και εικαστικός, συνθέτει ένα κείμενο-μπαλάντα σε πρόζα θα το χαρακτήριζε κανείς. Στο βάθος του χρόνου, εκεί που συναντιούνται όλα με όλους, θυμάμαι, μεταξύ άλλων, πως μαζί με το καθημερινό τραγούδι της καλλικέλαδης μητέρας μου (μιλάμε για αρκετά πριν και λίγο μετά το ’60) άκουγα και πολλούς δίσκους (εβδομήντα οκτώ στροφών φυσικά) από το ραδιοπικάπ μας (δώρο συγγενών από την Αμερική).
Ηταν πολλοί δίσκοι, πάρα πολλοί, χάος: όπερες, οπερέτες, τζαζ, ξένα τραγούδια, λαϊκοί χοροί, εμβατήρια, καντάδες, τραγούδια ελληνικά… κληρονομιά της φιλόμουσης γιαγιάς μου, που και το όνομά της ακόμα έμοιαζε με τραγούδι (Ολγα Ρώκα).
Δεν μπορώ να ορίσω ακριβή χρονολογία, ήμουν όμως τόσο μικρός που κάθε βράδυ άνοιγα κρυφά το αρχαίο τεράστιο ραδιοέπιπλο και έβαζα μέσα λίγο ψωμάκι, λίγο νεράκι, κανένα γλυκάκι, γιατί νόμιζα πως μέσα εκεί έμεναν μικρά ανθρωπάκια που έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον μουσικό παράδεισο πρωτάκουσα μια φωνή που γραπώθηκε πρώτα από το μυαλό μου και ύστερα από την καρδιά μου. Ηταν της Στέλλας Γκρέκα.
Η φωνή της δεν είχε τη γεύση του μουσακά όπως η φωνή της μεγάλης Σοφίας Βέμπο, ούτε τη γεύση του γκιούλμπασι όπως η φωνή της μυθικής Κάκιας Μένδρη, αλλά ούτε και τη γεύση της κρέμας καραμελέ όπως η φωνή της φωστήρος Δανάης. Πάνε αυτά! Τώρα έγινε μια ηρωική έξοδος από την κουζίνα, περάσαμε στο σαλόνι.
Εδώ υπήρχε μια αξιοπρεπής διακριτικότητα, μια αποστασιοποίηση από τα πάθη, μια ψυχρή θερμότητα, ένας ερωτισμός με βέρα ή δαχτυλίδι στο χέρι, ένα καθήκον, ένας μυστικός κώδικας συμπεριφοράς για το τι έπρεπε να είναι μια σύγχρονη νέα ελληνίδα αστή τότε. Και μέχρι πού έπρεπε να φτάνουν τα όνειρά της. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ακόμα κι ένα παιδί γιατί ήθελαν όλες (μαμάδες, ξαδέλφες, θείες, γειτόνισσες) να μοιάσουν σ’ αυτήν τη φτιαγμένη από πορσελάνη κόρη των Αθηνών και να ζήσουν στον παράδεισο που όριζε η φωνή της. Εξω βέβαια καιροφυλακτούσε η κόλαση του ρεμπέτικου και του λαϊκού, που τελικά μας κατάπιε όλους αμάσητους, έτσι δελεαστική και ανεκτική που ήταν.
Πρώτον και καλύτερο εμένα, αν και ποτέ δεν απαρνήθηκα την πρώτη μου «θρησκεία», το «ελαφρό».
Θα είχε σταματήσει εδώ το θέμα, αλλά επειδή η μνήμη έχει περισσότερο σχέση με το μέλλον παρά με το παρελθόν, όλα αυτά ήρθαν πάλι στο μυαλό μου όταν άκουσα στις πρώτες εκπομπές του Γιώργου Παπαστεφάνου πάλι τη φωνή της. Αν δεν υπήρχε αυτή η υπενθύμιση, ίσως ό,τι σας προανέφερα να είχε μείνει ένα θολό παιδικό όνειρο. Εδώ, σαν παρένθεση, θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Παπαστεφάνου για τα τόσο πολλά και σπουδαία δώρα που μας έχει κάνει όλα αυτά τα χρόνια και πως τον θεωρώ έναν από τους σημαντικότερους δασκάλους μου, αν και είμαστε σχεδόν συνομήλικοι.
Ετσι ξαναμπήκε η Στέλλα Γκρέκα στη ζωή μου. Αγόρασα ό,τι υπήρχε σε επανεκτυπώσεις και σε καινούργιους δίσκους, την άκουγα συχνά στο δικό μου μικρό φορητό πικάπ, το περίφημο «τεπάζ», και προπάντων είδα το πρόσωπό της. Σπάνια φωνή και εικόνα βρέθηκαν σε τέτοια αρμονία μεταξύ τους.
Ο μύθος όλο και μεγάλωνε, σαν να ήταν η μόνη επιζώσα (φυσικά και μεταφορικά) μιας βιβλικής καταστροφής.
Ολα φαίνονταν παλιά εκτός από αυτή.
Να ήταν ο μοντέρνος τρόπος που τραγούδησε, η ομορφιά της, το ελάχιστο της καριέρας της, η αδιαφορία της για την πρακτική πλευρά της τέχνης της;
Ώς εδώ θα έφτανε η ιστορία που σας διηγούμαι, αν ένα βράδυ ο φίλος ποιητής Ερρίκος Σοφράς, που τη λάτρευε όσο κι εγώ, δεν με ειδοποιούσε ότι την άλλη μέρα η Στέλλα Γκρέκα θα εμφανιζόταν φιλικά σε μια νεανική συναυλία, όπως είχε διαβάσει τυχαία στα «καλλιτεχνικά» μιας εφημερίδας. Ετσι τη γνώρισα. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν μου είπε ότι με θυμόταν από το Ακροπόλ, συγκεκριμένα από «Το μικρόβιο του έρωτα» του Γιαννίδη. Εχω την τύχη να με θεωρεί φίλο της και να με τιμά με την αγάπη της και την εμπιστοσύνη της. Της κράτησα το χέρι και τραγουδήσαμε μαζί σε μια μουσική βραδιά προς τιμήν της.
Οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Θέλω να μοιραστώ κι ένα μυστικό μαζί σας. Η προσωπικότητά της και ο χαρακτήρας της είναι εφάμιλλα (και ίσως ανώτερα) της ομορφιάς της και της τέχνης της.
ΥΓ: Δόξα τω Θεώ. Μόλις τελείωσα αυτό το μικρό κείμενο για τη Στέλλα Γκρέκα. Δεν φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι για μένα να γράφω (μου πήρε μια εβδομάδα σχεδόν αυτό το «τίποτα»). Προτιμώ να πλύνω μια στοίβα πιάτα παρά να βάλω τρεις λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη… Παρ’ όλα αυτά ξαναμπαίνω στον πειρασμό, έτσι ζεστά ζεστά, όπως ακριβώς έγιναν σχεδόν τώρα.
Της τηλεφωνώ: «Στέλλα (μου έχει απαγορεύσει τον πληθυντικό), θέλω να σε καλέσω στην επίσημη της “Οπερας της πεντάρας” στο Παλλάς».
«Αγγελέ μου, δεν βγαίνω συχνά αλλά θα ‘ρθω γιατί με ενδιαφέρει πολύ και το έργο, αλλά προς Θεού όχι πρώτες θέσεις, κάπου ήσυχα για να το απολαύσω».
Αραγε όλος αυτός ο λαμπρός κόσμος της επίσημης πρεμιέρας μας θα νιώσει την παρουσία της; Αυτή που συνομίλησε με τον Αττίκ, τον Γιαννίδη, τον Χαιρόπουλο, τον Τζαβέλλα, αυτή που για το χατίρι της ο βασιλιάς Παύλος έστειλε τον προσωπικό του φωτογράφο για να απαθανατίσει την ομορφιά της (ευτυχώς γιατί από την «αδιαφορία» της δεν θα είχαμε αυτά τα θαυμάσια πορτρέτα). Αυτή που παρακολουθεί από τα παρασκήνια όλο το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, αυτή που όταν αναφέρεται στη Ζωζώ λέει «αχ, πάντα μ’ άρεσε αυτό το κορίτσι» (όταν το είπα στη Ζωζώ, πράγματι σαν κοριτσάκι είπε: «Αχ, η Στέλλα Γκρέκα, το είδωλό μου! Η αγαπημένη μου… Αυτή η νεράιδα των μουσικών παραμυθιών…»).
Εγώ πάντως θα παίξω και θα τραγουδήσω για εκείνη σαν ένα μικρό ευχαριστώ για την καλλιτέχνιδα που ενώνει όλα τα κομμάτια της ζωής μου με μια μεγάλη, καλοχτισμένη γέφυρα, στοιχειωμένη από μνήμες ωραίες, άρα και ανθεκτικές για να περάσουν κι άλλοι.