Η Ρέα Γαλανάκη πραγματεύεται στο νέο της μυθιστόρημα ένα θέμα που δεν έχει ακόμα εγγραφεί οριστικά στο ληξιαρχείο της Ιστορίας. Πρόκειται για τη νωπή εθνική εμπειρία των ολέθριων κοινωνικών συνεπειών που προκάλεσε ο Μινώταυρος της οικονομικής κρίσης. Ο «μύθος» της καθηλωτικής αφήγησης (με ζωηρό παρόν και το ακραιφνές επικαιρικό στοιχείο) έχει ως φόντο την ηλεκτρισμένη Αθήνα των ταραγμένων ημερών του 2012, όταν το Κέντρο του κλεινού άστεως καιγόταν από τη φλόγα των δίκαιων διαδηλώσεων του κόσμου αλλά και από τις φλόγες της λεηλασίας, του καταστροφικού μένους και του άδικα χυμένου αίματος. Στις σελίδες του ψυχογραφικού αυτού και κοινωνικού μυθιστορήματος βρίσκουν φιλόστοργη στέγη οι ταπεινωμένοι νεόπτωχοι, οι ανασκαφείς των απορριμμάτων, οι (νεο)άστεγοι και όσοι καταδικάστηκαν να ζουν στην έσχατη ένδεια περιφερόμενοι μέσα σε μια παρηκμασμένη Αθήνα της ερήμωσης, της βίας και της ανασφάλειας. Σε μια χώρα που «τρώει σαν τη γουρούνα τα παιδιά της».
Ζώντες ίσκιοι
Δύο «αλαφροΐσκιωτες πλην άκακες κυρίες», συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί, συγκατοικούν στο διαμέρισμα ενός ξενώνα του αθηναϊκού Κέντρου. Πριν μεταφερθούν στον ξενώνα ζούσαν σε άσυλο. Η Θηρεσία, αρχαιολόγος, έχει αλλάξει το όνομά της σε Τειρεσία, όνομα συνυποδηλωτικό της σοφίας και της μαντικής και ενορατικής της ικανότητας. Η Θεονύμφη, ζωγράφος της Σχολής Καλών Τεχνών, άλλαξε το όνομά της σε Νύμφη, όνομα που παραπέμπει στο θεϊκό στοιχείο του μύθου ή (και) στην ατελεύτητη νεότητα. Και οι δύο επέλεξαν άλλα ονόματα για να «διορθώσουν» ή να αποδιώξουν το δικό της η καθεμία οδυνηρό παρελθόν, αλλά και για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.
Η καθημερινότητα της περίκλειστης ζωής τους κινείται ανάμεσα στους «ζώντες ίσκιους» των σημερινών πολυκατοικιών και στα φαντάσματα του παρελθόντος που κατοικούν στο απέναντι «ερειπωμένο σπίτι», όπου «παρά τις επιστρώσεις των χρωμάτων (…) χάσκουνε ακόμη οι τρύπες από τις σφαίρες του εμφύλιου Δεκέμβρη». Οι δυο συγκάτοικοι πασχίζουν να υποκαταστήσουν τη ζωή με την προσφυγή στη νοσταλγία, στο όνειρο και στην προσμονή. Η Τειρεσία περνά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στο παράθυρο αναζητώντας τη χαμένη μορφή του ανθρώπου (in medias res αποκαλύπτεται η ταυτότητά του) που τη σφράγισε ισόβια αφού τη δίδαξε πώς να αντιλαμβάνεται τις αναφορές που έχουν τα σπαράγματα του παρελθόντος στο παρόν. Η επαναστάτρια Νύμφη, διαζευγμένη μητέρα του εξεγερμένου Ορέστη (ο πρώην άντρας της είναι ισχυρός σήμερα πολιτικός παράγοντας που έχει σχέσεις διαπλοκής με παράκεντρα εξουσίας), ανήκει στη γενιά του Πολυτεχνείου και νοσταλγεί πεισματικά τους φοιτητικούς αντιδικτατορικούς αγώνες. Εχει πάψει να ζωγραφίζει μετά τη ματωμένη εκείνη νύχτα της εισβολής του τανκς. Και οι δύο γυναίκες, δέσμιες της αναπόλησης της παλιάς Αθήνας, προσδοκούν να διαφύγουν στη λεωφόρο ενός μέλλοντος που τείνει να γίνει μονοπάτι. Πασχίζουν να ζήσουν το μέλλον που νιώθουν ότι τους απομένει αντλώντας δύναμη από τη χαμένη νιότη τους και από τα αχνά πλην προκλητικά εγερτήρια της μνήμης: «Μέλλον που όλο και λιγόστευε, ενώ, την ίδια ώρα, η νιότη τους όλο και φούσκωνε στη μνήμη τους…».   
Οι δύο ηρωίδες
Η Τειρεσία, οιωνοσκόπος ιέρεια που διαβάζει την ψυχή και τις «άρρητες» σκέψεις των προσώπων που πλαισιώνουν τη δράση, λειτουργεί ως ο ιθύνων νους της αφήγησης. Αυτόν τον εν εγρηγόρσει ωτακουστή ερμηνεύει με το άπληστα εξεταστικό της βλέμμα η Γαλανάκη ως λαθραναγνώστρια των κινήσεών του για να ξεδιπλώσει με αριστοτεχνικό τρόπο τη δράση και να ξεκλειδώσει σταδιακά τα μυστικά των ηρώων. Η συγγραφέας «υποκλέπτει» τις συνομιλίες της Τειρεσίας με ίσκιους και φαντάσματα, με τις φαινομενικά σιωπηλές και ξεθωριασμένες φωτογραφίες αλλοτινών ανθρώπων που ζούσαν σε μια Αθήνα που δεν μοιάζει σε τίποτα με τη σημερινή.
Η ετέρα ηρωίδα, η συναισθηματικά ευάλωτη Νύμφη, η πρέσβειρα των θρυλικών ιδανικών του χθες, έχει εσωκλείσει τη μνήμη της παλιάς Αθήνας στη φωτογραφία του γιου της, που είναι και η μοναδική της γέφυρα με τη ζωή από τότε που άφησε τα πινέλα. Η Γαλανάκη υφαίνει μια σύγχρονη κοινωνική τραγωδία στην οποία η Νύμφη εκπροσωπεί το διονυσιακό στοιχείο της συναισθηματικής μέθης και η Τειρεσία το απολλώνιο στοιχείο της σοφίας, της εγκράτειας και του ορθού λόγου.
Τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι οι συμπληρωματικοί δευτεραγωνιστές: ο αντιεξουσιαστής γιος της Νύμφης, ο Ορέστης∙ η Δανάη, η κοινωνική λειτουργός που έχει την επιμέλεια των δύο γυναικών. Η Αιγύπτια Γιασμίν, «εποχική» οικιακή βοηθός. Η Κατερίνα, μόνιμη οικιακή βοηθός που το ορεινό χωριό της το είχαν κάψει οι Γερμανοί στην Κατοχή, κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη γενέτειρά της ύστερα από την ανάμειξη του γιου της, του Τάκη, σε νεοναζιστικές ομάδες που σκορπούν τον τρόμο στους μετανάστες. Ενδιαφέρουσες είναι οι στιγμές που ο αριστερός Ορέστης συγκρούεται βίαια με τον Τάκη, αλλά και η περίφημη στιγμή της προεκλογικής επίσκεψης του Τάκη στο χωριό της μητέρας του∙ επίσκεψη που ναυάγησε από τη δραστική αντίδραση των κατοίκων που ακόμα ζουν με τις μνήμες της Κατοχής. Ο «πατριάρχης», φίλος του πρώην άντρα της Νύμφης και συνεργός του σε πράξεις παράνομου πλουτισμού, είναι το ψευδώνυμο του γιατρού ο οποίος φροντίζει για την υγεία των δύο γυναικών.
Δραπετεύουν
Οταν κάποια στιγμή ο ξενώνας απειλείται με κλείσιμο λόγω της κρίσης, τότε οι δύο ηρωίδες έρχονται αντιμέτωπες με το φάσμα του επανεγκλεισμού τους στο άσυλο. Δραπετεύουν από τον ξενώνα και κατεβαίνουν και αυτές στο κέντρο της Αθήνας διαμαρτυρόμενες για το επικείμενο κλείσιμο του ξενώνα και ενώνοντας της φωνή τους με τους Αγανακτισμένους.
Η συμμετοχή τους στη διαδήλωση σηματοδοτεί για τις ίδιες την άρση της εσωστρεφούς ατομικότητας. Υποκινεί τη σύγκριση ανάμεσα στην αθηναϊκή ανθρωπογεωγραφία του δυσβάστακτου παρόντος και σε αυτήν του απαράμιλλου παρελθόντος της αισθητικής ευπρέπειας και του πολιτισμού μιας πόλης που γέννησε τη δημοκρατία, την τραγωδία και τον όρο «πολίτης». Το χρονικό των ημερών που οι δύο γυναίκες περιπλανήθηκαν άστεγες και εξαθλιωμένες είναι το κύριο σώμα του χρόνου της ιστορίας αλλά και της αφήγησης.
Ενα χρονικό που θα επιγραφόταν «το εφιαλτικό ημερολόγιο της χαμένης αξιοπρέπειας και της άκρας ταπείνωσης». Οι δύο γυναίκες χάνονται και δεν μπορούν να επιστρέψουν στο διαμέρισμά τους. Θα πέσουν θύματα ενός επιτήδειου εκμεταλλευτή που θα τις εξωθήσει υπό το πρόσχημα της παροχής προστασίας στην επαιτεία. Τελικά θα τις οδηγήσει στο σπίτι τους ένας φερέοικος ζητιάνος που ακούει στο όνομα Περικλής, όνομα που παραπέμπει σε χρυσές εποχές πολιτισμικής ακμής.

Ρέα Γαλανάκη
Η άκρα ταπείνωση
Εκδ. Καστανιώτη, 2015, σελ.  336, 
Τιμή: 15 ευρώ
Κυκλοφορεί 
στις 20 Απριλίου