Εθεσα το ερώτημα διαδικτυακά: Οταν μιλάμε για φιλμ νουάρ, αναφερόμαστε σε στυλ ή σε αυτόνομο κινηματογραφικό είδος; Αλλωστε, οι εμιγκρέδες (κυρίως γερμανοί) κινηματογραφιστές που έστησαν τα καλύτερα φιλμ του είδους εκεί στα χρόνια που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν γνώριζαν πως έκαναν νουάρ. Τελικά καταλήξαμε πως πρόκειται για στυλ που εξελίχθηκε σε διεθνές ιδίωμα. Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο που το είδος μοιάζει να ευδοκιμεί στην Ελλάδα της κρίσης, με το «Τετάρτη 04.45» του Αλέξη Αλεξίου να συνεχίζει την πορεία του στις αίθουσες. H δε αξιόλογη διαδρομή της ταινίας εκτός Ελλάδας (είναι ενδεχομένως η μόνη που αναπαριστά με τόση ακρίβεια την αισθητική των αντίστοιχων νεο-νουάρ του Μάικλ Μαν ή ακόμα και της ασιατικής σχολής και έχουμε την αίσθηση πως θα αποτελέσει σημείο αναφοράς) ίσως και να θέτει πλέον τις βάσεις για μια εκτενέστερη κουβέντα επί του θέματος –σημειώστε πάντως πως δείχνει να βρίσκει το κοινό της και στα δικά μας εδάφη. Ε, αυτά σκεφτήκαμε και σας παρουσιάζουμε μια λίστα με τα κορυφαία ελληνικά νουάρ.
«Ο Δράκος» (1956),του Νίκου Κούνδουρου
Με τα λόγια του Νίκου Κούνδουρου στον γράφοντα: «Οταν η ταινία πρωτοπροβλήθηκε, λίγα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, ο έλληνας θεατής ήταν ανέτοιμος να διαβάσει τις νύξεις και τους συμβολισμούς της ταινίας και αρνιόταν ένα είδος κινηματογράφου που ερχόταν σε σύγκρουση με την αμερικανική κινηματογραφική κουλτούρα που για χρόνια και χρόνια κατέκλυζε τις κινηματογραφικές αίθουσες. Χρειάστηκαν δέκα χρόνια σιωπής και ο σκοταδισμός που επέβαλαν οι συνταγματάρχες στον ελληνικό λαό για να ξεπηδήσει “Ο Δράκος” σαν ένα σινιάλο αντίστασης στη σιωπή που είχαν επιβάλει οι συνταγματάρχες, προσπαθώντας να πνίξουν στη γένεσή της κάθε ελεύθερη φωνή».
«Ο άνθρωπος του τρένου» (1958),του Ντίνου Δημόπουλου
Η Αννα Συνοδινού βλέπει σε διερχόμενο τρένο τον άντρα της, ο οποίος όμως θεωρείται νεκρός από καιρό. Τι έχει συμβεί; Προφανώς, μια πλεκτάνη ερωτικής φύσεως, απ’ αυτές που κόσμησαν άπειρα φιλμ του είδους. Γκαμπαρντίνες και ύποπτες κινήσεις στην πρώτη ουσιαστική προσπάθεια μεταφοράς του αμερικανικού νουάρ στα καθ’ ημάς, σκηνοθετημένο περίτεχνα από έναν σχεδόν ξεχασμένο σήμερα, αλλά πραγματικό μάστορα του ελληνικού σινεμά, τον Ντίνο Δημόπουλο.
«Εγκλημα στο Κολωνάκι» (1959),του Τζανή Αλιφέρη
Πώς θα μπορούσε να ανθήσει το ελληνικό νουάρ δίχως τη συνδρομή του Γιάννη Μαρή; Ο Αλιφέρης βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του, μεταφράζοντάς το σε κινηματογραφικούς όρους: Μετά τη δολοφονία του ζωγράφου Νάσου Καρνέζη σε διαμέρισμα του Κολωνακίου, η Αστυνομία συλλαμβάνει ως ύποπτο τον χρηματιστή Κώστα Φλωρά –ο γιος του όμως αποφασίζει να βρει τον πραγματικό δολοφόνο με τη βοήθεια δύο φίλων του. Προσέξτε πόσο έντεχνα εδώ «περνά» η ελληνικότητα του πράγματος: Η λύση του εγκλήματος «πατά» πάνω σε ένα τέχνασμα πλοκής που μας πηγαίνει στα χρόνια της Κατοχής.
«Οι αδίστακτοι» (1965),του Ντίνου Κατσουρίδη
Ισως η κορυφαία στιγμή του ελληνικού νουάρ, όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από τη γενιά των βετεράνων φιλμογράφων του λεγόμενου «παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου». Ο Ντίνος Κατσουρίδης υπογράφει τη σκηνοθεσία και –ανεπίσημα –βάζει το χεράκι του στη φωτογραφία. Με τον Νίκο Κούρκουλο να αποφυλακίζεται και να επιστρέφει στα παλιά, παράνομα λημέρια. Το σενάριο του Φώσκολου βυθίζει το φιλμ σε μελοδραματικές –και ηθικοπλαστικές –χωματερές, αλλά ο ρυθμός και τοεξπρεσιονιστικό στυλ το σώζουν. Επίσης με Μαίρη Χρονοπούλου, Βούλα Χαριλάου, Γιώργο Μούτσιο και Δέσπω Διαμαντίδου. Τι καστ!
«Υπόγεια διαδρομή» (1983),του Απόστολου Δοξιάδη
Κάπου στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ένας υπουργός Βιομηχανικής Ανάπτυξης αντιμετωπίζει τη γυναίκα του που μετά την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της στρέφεται εναντίον του, αλλά και μια οικολογική καταστροφή που απειλεί να βάλει τέλος στην πολιτική του καριέρα. Παράξενη αλλά άκρως ενδιαφέρουσα ανάγνωση της νουάρ μυθολογίας, την οποία ο Δοξιάδης εντάσσει επιτυχώς σε έναν δυστοπικό κινηματογραφικά αλλά και άκρως πολιτικοποιημένο σημειολογικά καμβά. Από τις ταινίες εκείνης της δεκαετίας που αξίζουν μια δεύτερη ματιά.
«Κλειστή στροφή» (1991),του Νίκου Γραμματικού
Λίγα νουάρ ανταποκρίνονται καλύτερα στο «μαύρο» της γαλλικής μετάφρασης από το εξαίσιο αυτό φιλμ του Νίκου Γραμματικού, αρχετυπικό φιλμ του είδους, με ήρωα έναν κλέφτη αυτοκινήτων που μαγεύεται από μια –φυσικά –μοιραία γυναίκα. Το τέλος του είναι σχεδόν νομοτελειακό, καθώς όλες οι διαπροσωπικές σχέσεις που διαπερνούν αυτό εδώ το Σύμπαν οδηγούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην προδοσία και στον θάνατο.Ντεμπούτο μεγάλου μήκους ενός εκ των σημαντικότερων ονομάτων του κινηματογράφου μας (δείτε οπωσδήποτε τους «Απόντες» και τον «Βασιλιά»).
«Ο μαχαιροβγάλτης» (2010),του Γιάννη Οικονομίδη
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο θείος ενός αργόσχολου νέου τον παροτρύνει να εγκαταλείψει την Πτολεμαΐδα και να έρθει στην Αθήνα. Εκεί όμως θα σχεδιαστεί και η δολοφονία του τελευταίου, καθώς ο Γιάννης Οικονομίδης ξαναβλέπει το «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές» και η φωτογραφία του κοντοστέκεται ανάμεσα στο νουάρ και στον ρεαλισμό. Διαφοροποιείται όμως στο φινάλε που μπορεί να μην «αξίζει» στον ήρωά του, σίγουρα όμως ανήκει στην κοινωνία που τον εκκόλαψε.
«Οι αισθηματίες» (2014),του Νίκου Τριανταφυλλίδη
Σπάνια συναντά κανείς ένα τόσο ζωντανό φιλμ για τον θάνατο: Οι διασταυρούμενες ερωτικές ιστορίες δυο δολοφόνων έχουν και οι δύο τραγική κατάληξη, αλλά ο Τριανταφυλλίδης κατορθώνει να μας γοητεύσει και ακόμη περισσότερο να μας αφήσει μ’ ένα χαμόγελο, καθώς ανασυνθέτει μια υπερρεαλιστική Αθήνα μέσα από τα πιο ετερόκλητα υλικά (όπου ο Οτο Πρέμινγκερ συναντά τον Σεφέρη και ο Νίκος Γούναρης τους Yell-O-Yell και τον Λευτέρη Μυτιληναίο) που λειτουργεί σαν καμβάς αλλά και σαν εμμονικός καθρέφτης της ψυχοσύνθεσης κάθε μοναχικού ήρωα: Ενός εκτελεστή που ερωτεύεται, ενός σκηνοθέτη που ψυχορραγεί, αλλά και ενός θεατή που αναγνωρίζει στον εαυτό του και τους δύο.
«Το μικρό ψάρι» (2014),του Γιάννη Οικονομίδη
Ο πρώτος φόνος έρχεται αμέσως μετά τους τίτλους και είναι ο ρεαλιστικότερος που έχει φιλμογραφηθεί από καταβολής ελληνικού κινηματογράφου. Αδύνατον να μείνει εκτός λίστας τούτο το οδοιπορικό ενός πληρωμένου φονιά προς την αφύπνιση. Ο δε Βαγγέλης Μουρίκης, σε μια κινηματογραφική ερμηνεία πρώτη, ανάμεσα στις κορυφές τής μέχρι τώρα καριέρας του, ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα γνήσια μελβιλικό (πάμε δηλαδή στη γαλλική παράδοση του νουάρ) που υψώνει το ανάστημά του απέναντι στη σήψη ενός συστήματος που «χτυπά» τα παιδιά –δηλαδή την όποια ελπίδα.
Εκτός τερέν
«Singapore Sling» (1990),του Νίκου Νικολαΐδη
Ασπρόμαυρο, αυτοαναφορικό και κατά βάθος αθώο όσο ένα παιδικό βεγγαλικό (που, βεβαίως, μπορεί και να βγάλει κάνα μάτι), το magnum opus (για κάποιους –εμείς προτιμάμε την «Πρωινή περίπολο») του Νίκου Νικολαΐδη αποτελεί μάλλον ένα μοναδικό, διεθνώς, παράδειγμα sui generis νουάρ, που ξεκινώντας από τη «Λάουρα» του Οτο Πρέμινγκερ βυθίζεται με ράθυμη μεγαλοπρέπεια σε έναν ωκεανό αίματος, σπλάγχνων και σωματικών εκκρίσεων. Πλησιάστε με δική σας ευθύνη.