Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο πρόσωπα του Νίκου Ξυδάκη. Το ένα είναι ο νεόκοπος αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού που βρέθηκε στην Μπουμπουλίνας πρώτη φορά από αριστερά. Το πρόσωπο αυτό μετράει 45 ημέρες στο πόστο και μικρές νίκες –κυρίως στα θεσμικά του κινηματογράφου. Το δεύτερο, ο βετεράνος αρθρογράφος που θεωρεί προνομιακό του πεδίο τη σημειολογία της καθημερινής ζωής, μετράει και ισάριθμες ακροβασίες.

Το πιο πρόσφατο κρούσμα ήταν η δήλωσή του για το γκραφίτι του Πολυτεχνείου. Ξεκινούσε με το σχόλιο ενός χρονογράφου που αλληθωρίζει προς το ακροατήριο της Κουμουνδούρου. Το ασπρόμαυρο mural, λοιπόν, «απεικόνισε την κρίση στη χώρα, στην πόλη, στην οδό Στουρνάρη. Η σκοτεινιά του αναδύεται από το ζοφερό μικροκλίμα της περιοχής». Στο δεύτερο μέρος ο πολιτικός παραλαμβάνει δημοσιογραφική πένα για να καταθέσει υπουργική σφραγίδα: το γκραφίτι «κατέλαβε επιθετικά το ΕΜΠ και βανδάλισε το αρχιτεκτονικό μνημείο. Αλλοίωσε όχι μόνο τη μορφολογία του, αλλά και την ιστορική του φυσιογνωμία». Συμπέρασμα; Επιστροφή στη νομιμότητα, αλλά με μια σύντομη παράκαμψη προς τα Εξάρχεια.

Αθηναιογράφος εναντίον υπουργού

Θα μπορούσε να εκληφθεί και ως μια συμβολική χειρονομία του θεσμικού Ξυδάκη προς την underground φυλή της πόλης, την οποία παρακολουθεί διαχρονικά. Ανθρωπος της αγοράς για όσους τον γνωρίζουν, απολάμβανε –τουλάχιστον μέχρι πρότινος –τις φιλίες του στο Φίλιον, στο Floral και στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, επιλέγοντας για τον εαυτό του τον ρόλο ενός γκουρού της νεολαίας. Η αστική γεωγραφία και οι διαδρομές της πρωτεύουσας ανήκουν έτσι κι αλλιώς στην προσωπική του ατζέντα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η υπουργική ιδιότητα θα επιβάλλεται πάντοτε στην ορμή του αθηναιογράφου. Στην πρόσφατη επίθεση εναντίον του Μεγάρου Μουσικής ο υπουργός που όφειλε να απαντήσει για το χρέος (ένα από τα μεγάλα αγκάθια της ατζέντας του) παρέδωσε τη θέση του στον παλιό αρχισυντάκτη της «Καθημερινής». Η έκφραση «ιδιωτική τρέλα με δημόσια χρήματα» έγειρε τη ζυγαριά επικίνδυνα προς την εμπάθεια.

Από τους παλαιότερους μπλόγκερ στην Ελλάδα –το vlemma ανεστάλη αμέσως μετά την ανάληψη των υπουργικών καθηκόντων –είχε σπεύσει να χαιρετίσει το σύντομο καλοκαίρι της ελληνικής αναρχίας, τότε που το Σύνταγμα απέκτησε δύο πλατείες. «Οι κινητοποιήσεις έχουν παλλαϊκό χαρακτήρα», έγραφε τον Ιούνιο του 2011, «δεν χειραγωγούνται κομματικά, τυγχάνουν ευρύτατης αποδοχής. Δεν προβλέπεται να καμφθούν εύκολα». Το καλοκαίρι κάποτε τελείωσε –μαζί με αυτό και οι άστοχες προβλέψεις -, αλλά ήρθε η άνοιξη. Αυτή που επικαλέστηκε ο νέος υπουργός στις προγραμματικές δηλώσεις του: «Ξαναπιάνουμε το νήμα από τη «Χαμένη άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα. Φιλοδοξούμε να είμαστε όλοι μας μέρος της άνοιξης του 2015». Μερικές ακόμη αναφορές (ο Σολωμός, τα Νομπέλ της γενιάς του ’30, ο Θεόφιλος, ο Παπαλουκάς, ο Πικιώνης, ο Κωνσταντινίδης, η αχειροποίητη αρχιτεκτονική του ανώνυμου μάστορα) ορίζουν και το πλαίσιο μιας αρχαιολογίας της ελληνικότητας. Αλλά και μιας μυθολογίας που κατά τον ίδιο συνιστά την «πραγματική» εποχή της αμφισβήτησης και επιστρέφει στα ελληνικά high sixties.

Ο Ξυδάκης ξεκινάει από μια ελληνοκεντρική προσέγγιση προσέχοντας να αποφύγει στη διαδρομή τούς νεορθόδοξους ψεκασμούς. Εχει την έξωθεν καλή μαρτυρία χωρίς τη ρετσινιά του τεχνοκράτη και πολιτεύεται μάλλον ως συνεργαζόμενος με τον ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση, κινείται με γνώμονα το περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς. Αυτής που συνάντησε κατά τη δεκαετία του 1970 στην Οδοντιατρική Σχολή και ξαναβρήκε στις νουβέλες του Δημήτρη Νόλλα (Η «Νεράιδα της Αθήνας» ανήκει στον προσωπικό του Κανόνα). Για να τερματίσει τη μεσοβασιλεία της Δεξιάς στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου επέλεξε πρόσωπα που νομιμοποιούν την επαναφορά της «αριστερής ηγεμονίας». Δεν είναι πάντως βέβαιο ότι η ιδεολογική του εργαλειοθήκη συναρπάζει όσους επιθυμούν τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό. Το ιδίωμά του εμπεριέχει τα «ιστορικά ρήγματα», την «παγκοσμιοποιημένη δυσφορία», τη γενεαλογία, τη βακχεία και το όνειρο (όλες οι λέξεις δικές του). Αποκλείει ωστόσο αυστηρά το χιούμορ.

Η παράδοση της κοινότητας

Ο Ξυδάκης πριν και πάνω απ’ όλα είναι ένας νησιώτης (κατάγεται από τη Μύκονο, σπούδασε στη Σύρο) που περηφανεύεται για την παράδοση της κοινότητας, τον μικρόκοσμο της εκκλησίας, το καλοκαίρι των αισθήσεων και των γεύσεων. Λατρεύει τον Καμί (το μεσογειακό φως γαρ) και τον Φλομπέρ. Δύσκολα όμως θα ανακαλύψει κανείς την ίδια θέρμη για τον Τόμας Μαν ή –στα καθ’ ημάς –τον Καβάφη. Προφανώς η ειρωνεία του Αλεξανδρινού βραχυκυκλώνει τον ρομαντισμό τού Ξυδάκη. Με τον ίδιο τρόπο που η γραφειοκρατία σκοτώνει τον σχολιογραφικό οίστρο. Λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά, ο υπουργός θα αναγκαστεί να πάρει θέση για την ατζέντα του όλου ΣΥΡΙΖΑ. Θα είχε ενδιαφέρον, για παράδειγμα, η άποψή του για τον πολιτισμικό συμβολισμό των ημερών: τις γερμανικές αποζημιώσεις. Είναι το απόλυτο φετίχ της διεκδίκησης, αν εξαιρέσουμε τα Γλυπτά του Παρθενώνα, για την επιστροφή των οποίων έχει ήδη συνηγορήσει κατά τις προγραμματικές του δηλώσεις.

Αν ακολουθήσει κατά γράμμα το πολιτιστικό πρόγραμμα της Κουμουνδούρου θα πρέπει να ακυρώσει τις διαθεσιμότητες υπαλλήλων που οδήγησαν στη συρρίκνωση του προσωπικού στο υπουργείο (αυτή τη στιγμή βρίσκονται στον αέρα 187 συμβάσεις αορίστου χρόνου που πάγωσαν το 2012). Θα πρέπει επίσης να περιορίσει τις αρμοδιότητες των καλλιτεχνικών διευθυντών στις θεατρικές σκηνές. Την ίδια ώρα εμφανίζεται πιο «προχωρημένος» σε σχέση με το βαθύ κόμμα. Ο σχεδιασμός, για παράδειγμα, όλα τα μεγάλα μουσεία να γίνουν αυτοδιοικούμενα (στο πρότυπο του Μουσείου της Ακρόπολης) συγκρούεται με προεκλογικές υποσχέσεις. Οπως και η κάθοδος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Δέλτα του Φαλήρου, όπως και η σιωπή για τις θεατρικές επιχορηγήσεις. Με δεδομένο μάλιστα ότι τώρα αναζητά τα πρόσωπα – κλειδιά στον μηχανισμό του υπουργείου θα πρέπει να υπερβεί το υπέρτατο εμπόδιο: την απώλεια διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας που πέρασαν στον υπερυπουργό Παιδείας.

Και όμως, παρ’ όλες τις δεσμεύσεις, η ευαισθησία θα πρέπει να ανακαλύψει κάποτε τη βασιλική οδό προς την πολιτική πράξη. «Ο,τι βιώνουμε οδυνηρά ως ασυνέχεια, ό,τι καλούμε κρίση μάς οδηγεί να σκεφθούμε την πορεία μας, τους εαυτούς μας, μέσα από μικρότερες αφηγήσεις, με πολλά μικρά ποτάμια αδύναμης σκέψης». Εντάξει, κανείς δεν είπε ότι η βρώμικη δουλειά δεν μπορεί να συνδυαστεί με γενναίες δόσεις λυρικού πεσιμισμού.