Είναι ένα από τα πολλά σημεία της πόλης που τα βράδια βυθίζονται στην αφάνεια. Και την ημέρα το γιαπί δεν προϊδεάζει τον περαστικό για τα περασμένα μεγαλεία που έζησε. Από τα μέσα Νοεμβρίου, όμως, θα φωτίζεται περισσότερο. Τα φώτα της ράμπας στο κτίριο στον αριθμό 18 της οδού Καρόλου, στο πλάι της Πλατείας Καραϊσκάκη, θα ανάψουν ξανά έπειτα από οκτώ χρόνια, χάρη στην επαναλειτουργία του ιστορικού θεάτρου Βέμπο.
Κάπως έτσι, μια γωνιά του Μεταξουργείου που έχει ζήσει διαρκείς κοινωνικούς μετασχηματισμούς και προσπάθειες μεταμόρφωσης από λαϊκή συνοικία σε περιοχή αβάν γκαρντ καλλιτεχνικής δημιουργίας, φαίνεται πως θα έχει μια ευκαιρία να σβήσει τα σημάδια της εγκατάλειψης διευρύνοντας ταυτόχρονα την περίμετρο της θεατρικής πιάτσας.

Η επιθεώρηση «Πριν το χάραμα» των Μιχάλη Ρέππα – Θανάση Παπαθανασίου (που ξεκινάει τον Νοέμβριο) με 16 πρώτους ρόλους επανατοποθετεί στον θεατρικό χάρτη της Αθήνας το θέατρο που πραγματοποίησε το όνειρο της Σοφίας Βέμπο τη δεκαετία του 1950.

Αλλαγές στο εσωτερικό
Οι εργασίες άρχισαν τον περασμένο Ιούνιο. Με το που μπήκαν οι τεχνίτες, μαζί με τους θεατρικούς παραγωγούς Μάρκο και Θύμιο Τάγαρη οι οποίοι το εκμίσθωσαν, ήρθαν αντιμέτωποι με βαθιές πληγές και έντονα σημάδια εγκατάλειψης. Σύντομα ο ρημαγμένος χώρος μετατράπηκε σε εργοτάξιο. Παράλληλα με την αποκατάστασή του έπρεπε να γίνουν σοβαρές παρεμβάσεις που θα μετέτρεπαν το Βέμπο σε σύγχρονο θέατρο. Η αίθουσα χωρητικότητας περίπου 700 ατόμων μαζί με τον εξώστη αποκτά για πρώτη φορά σύστημα κλιματισμού (ψύξη – θέρμανση).

Θα διαθέτει στο εξής σύγχρονες ηλεκτρολογικές και ηχητικές εγκαταστάσεις, εξοπλίζεται με 15 κρεμαστά σκηνικά και με βαγόνι επί σκηνής (συρόμενο τμήμα της) μήκους 15 μέτρων, το οποίο εκμεταλλεύεται τις δύο κουίντες, μήκους έξι μέτρων η καθεμία. Χάρη στους θεατρικούς μηχανισμούς που θα διαθέτει θα είναι εφικτή η αλλαγή κάπου 130 σκηνικών (στη διάρκεια μίας παράστασης).

Κατά τις εργασίες αποκατάστασης και εκσυγχρονισμού αποκαλύφθηκε ο χώρος της ορχήστρας που διέθετε το θέατρο όταν θιασάρχης ήταν η Σοφία Βέμπο, αλλά θα αξιοποιηθεί για τις σημερινές ανάγκες των έργων που θα παρουσιάζονται στην σκηνή του.

Παράλληλα διατηρούνται και αναδεικνύονται σημεία του, όπως τα δύο ταμεία στην είσοδο με ραμποτέ επένδυση, το μωσαϊκό δάπεδο του φουαγιέ, η παλιά γκαρνταρόμπα που την έκρυβε μέχρι τώρα ένας τοίχος από καθρέφτη, τα 15 καμαρίνια –ανάμεσά τους και εκείνο της Βέμπο -, που μετασχηματίζονται σε συνδετικούς κρίκους με την ιστορία του.

Εν αρχή ην η Βέμπο
Μια ιστορία που αρχίζει μετά τον Πόλεμο, ενώ η Ελλάδα προσπαθούσε να επουλώσει τις βαθιές πληγές που προκάλεσαν η γερμανική κατοχή και ο Εμφύλιος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 η Σοφία Βέμπο ύστερα από περιοδείες τετραετίας (1946 – 1949) στην Αμερική επέστρεψε στην Αθήνα και αμέσως διοργάνωσε εκ νέου περιοδείες με σκοπό να συγκεντρώσει επιπλέον χρήματα για να αποκτήσει δική της θεατρική στέγη.

Είχε ξεκάθαρη εικόνα πού ακριβώς και τι ήθελε να κάνει. Γνώριζε το σημείο. Ηταν ο πρώην θερινός κινηματογράφος Ερμής στην οδό Καρόλου 18 του Μεταξουργείου, που εκείνη την εποχή ήταν μια ακμαία θεατρική πιάτσα.

Σε κοντινή απόσταση λειτουργούσαν τα θέατρα Περοκέ, Σαμαρτζή, Αθήναιον, Λυρικόν αλλά και το Λαού (της οδού Κολοκυνθού που κατόπιν άλλαξε χρήση και έγινε κινηματογράφος), ενώ «λίγο πιο πέρα ήταν τα επίσης ιστορικά Ακροπόλ (σ.σ. αποθήκη κάρβουνου προπολεμικώς και μετασχηματίστηκε σε θερινό θέατρο το 1941) και Μετροπόλιταν», λέει ο Μάρκος Τάγαρης.

Στο θέατρο που λειτουργούσε και τα καλοκαίρια χάρη στη συρόμενη οροφή που διέθετε, η Εφη Μπέμπο (όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Βέμπο) επένδυσε κόπους καριέρας 17 ετών. Και η αυλαία σηκώθηκε πρώτη φορά στις 18 Ιουνίου 1950.

Το έργο με το οποίο εγκαινίασε τη λειτουργία του η τραγουδίστρια, ηθοποιός και θεατρική επιχειρηματίας πλέον ήταν η επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες» των Μίμη Τραϊφόρου – Γιώργου Γιαννακόπουλου. Για τις ανάγκες του έργου ο κερκυραίος συνθέτης και ενορχηστρωτής Ιωσήφ Ριτσιάρδης έγραψε τέσσερα τραγούδια, μεταξύ των οποίων και η περίφημη «Ταμπακιέρα» (σε στίχους Γιαννακόπουλου).

Εκτοτε τη σκηνή του θεάτρου Βέμπο πάτησαν μορφές του θεάτρου (και του κινηματογράφου) της εποχής, ανάμεσά τους οι Μανώλης Καστρινός, Γιώργος Ανεμογιάννης, Τάκης Μουζενίδης, Αλίκη Ανεμογιάννη, Γιάννης Φλερύ, Τάκης Μηλιάδης, Αννα και Μαρία Καλουτά, Σπεράντζα Βρανά, Βασίλης Αυλωνίτης, Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Αλέκος Λειβαδίτης, Ρένα Ντορ, Ορέστης Μακρής κ.ά.
Από το 1970 το θέατρο Βέμπο είχε περάσει στον κύκλο δραστηριοτήτων ενός άλλου θεατράνθρωπου, του θεατρικού συγγραφέα και επιχειρηματία Βαγγέλη Λιβαδά. Πάλι σε γόνιμη περίοδο με έργα κυρίως επιθεωρησιακά, μεταξύ άλλων, των Σταμάτη Φιλιππούλη, Ηλία Λυμπερόπουλου, Γιάννη Ξανθούλη, Λάκη Λαζόπουλου, Παντελή Βούλγαρη, τα οποία παρουσίασαν οι Ρένα Βλαχοπούλου, Χρόνης Εξαρχάκος, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Στάθης Ψάλτης, Μίμης Φωτόπουλος, Βέρα Κρούσκα, Λάκης Λαζόπουλος, Χρυσούλα Διαβάτη, Ντίνα Κώνστα, Αντώνης Καφετζόπουλος, Μίνα Αδαμάκη, Σοφοκλής Πέπας κ.ά.
Πρώτη αυλαία το 2008
Η αυλαία στη σκηνή του θεάτρου Βέμπο έπεσε οριστικά το 2008. Το κτίριο εγκαταλείφθηκε και έως πρόσφατα «ήταν σε άθλια κατάσταση», περιγράφει ο Θύμιος Τάγαρης.
Το εγχείρημα μοιάζει παράλογο, κυρίως για τη χρονική στιγμή που συμβαίνει αλλά και για το ίδιο το θέατρο, λόγω της κατάστασής του. «Το θέατρο θέλει τρέλα και αγάπη. Δεν χωρούν προϋπολογισμοί. Αυτά είναι για γαμπρούς και γιάπηδες που εντέλει οδηγούν τα θέατρα στο άρθρο 99» επιχειρηματολογεί και συνεχίζει: «Αν δεν αγαπάς τον θεατρίνο, τον τεχνικό, την ταξιθέτρια, τον άνθρωπο που θα έρθει να δει παράσταση και που ουσιαστικά σε ζει, δεν υπάρχει θέατρο».
Από την πρώτη σειρά των καθισμάτων ο θεατρικός επιχειρηματίας παρατηρεί τις εργασίες επί σκηνής που πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους, «αν και έχουμε δρόμο ακόμα» λέει. Καθημερινά, από τον Ιούνιο, εργάζονται νυχθημερόν 35 άτομα για να μετατρέψουν το ρημαγμένο κουφάρι του θεάτρου σε σύγχρονο ζωντανό θεατρικό κύτταρο. «Το Βέμπο είναι ένα θέατρο που καλύπτει τις απαιτήσεις κάθε θεατρικού είδους: κωμωδία, δράμα, επιθεώρηση, μιούζικαλ» υποστηρίζει και εξηγεί: «Η απόσταση που μεσολαβεί από τη σκηνή μέχρι την τελευταία σειρά καθισμάτων δεν είναι μεγάλη και έτσι δεν χάνεται η επαφή του θεατή με τον ηθοποιό. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να παρουσιαστούν έργα πρόζας, διότι σε μακρινάρι θέατρο η συνθήκη αυτή που αναπτύσσεται ανάμεσα στη σκηνή και στην πλατεία, μεταξύ ηθοποιού και θεατή, χάνεται».
Η συνεργασία των δύο θεατρικών παραγωγών με το θεατρικό δίδυμο εγκαινιάζεται με ένα έργο γεμάτο λαϊκά τραγούδια και με ορίζοντα δεκαετίας. Με φόντο τη μεταπολεμική Ελλάδα και όχημα μια ερωτική ιστορία στο «Πριν το χάραμα» φωτίζεται μια περίοδος κατά την οποία αναδείχθηκαν σημαντικοί δημιουργοί, στιχουργοί, συνθέτες και ερμηνευτές.
Το θεατρικό σχήμα αποτελείται από 30 καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων οι Σοφία Βόσσου, Στέλιος Διονυσίου, Ευθύμης Ζησάκης, Κατερίνα Κούκα, Βάσω Λασκαράκη, Ορέστης Τζιόβας κ.ά.
Η φωταγωγημένη πρόσοψη του Θεάτρου Βέμπο ανανεωμένη, απαλλαγμένη όμως από τη ραμποτέ επένδυση (αφαιρέθηκε αναγκαστικά διότι είχε υποστεί μεγάλες φθορές από τις καιρικές και περιβαλλοντικές συνθήκες) που το χαρακτήριζε, εκτιμάται ότι θα δώσει νέα πνοή σε μια περιοχή που ακόμα και σήμερα έχει αραιή κίνηση και οι διαβάτες περνούν διεκπεραιωτικά.
Καταστήματα άδεια με κατεβασμένα ρολά, ένα κλειστό ξενοδοχειακό συγκρότημα, ο γκρίζος επιβλητικός ορθογώνιος όγκος του κτιρίου του ΟΣΕ, οι γκρίζες πολυκατοικίες με ξενοίκιαστα διαμερίσματα, τα περιφραγμένα οικόπεδα στα οποία σταθμεύουν πούλμαν, σκόρπια μαγαζιά, σημεία κοινωνικότητας οικονομικών μεταναστών από τα Βαλκάνια, συνθέτουν το αστικό τοπίο της περιοχής που το σκηνικό της αλλάζει τα βράδια. «Μόλις έκλεισε το θέατρο μια μυρωδιά παρανομίας απλώθηκε» υποστηρίζει ο κ. Τάγαρης, αλλά θέλει να ευελπιστεί ότι «το “φως” με την επαναλειτουργία του θα τη διώξει».