Σε έναν πόλεμο, είτε οικονομικό είτε ένοπλο. Με πρόσφυγες, μετανάστες, ξεριζωμένους, νικημένους που έχουν να αντιμετωπίσουν την αλαζονεία και τη βία των νικητών. Κάπου εκεί κυλιέται η Εκάβη. Κάπου εκεί βρίσκει την ευριπίδεια τραγική ηρωίδα η Φιλαρέτη Κομνηνού ανάμεσα στις «Τρωάδες».

Πόλεμος και μετανάστες και βία. Μήπως μιλάμε για κάτι σημερινό; «Εχει πολυχρησιμοποιηθεί αυτή η έκφραση, ότι όλα τα κλασικά έργα είναι και τόσο σύγχρονα, αλλά νομίζω ότι ειδικά στην περίπτωση του έργου του Ευριπίδη ισχύει. Νιώθεις ότι είναι διαχρονική αξία η απώλεια και η σκληρότητα που έχει ο πόλεμος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο κείμενο, που είναι ποιητικό και φιλοσοφικό, είναι τόση η σκληρότητα –όπως και στον Ομηρο –που είναι σαν να βλέπεις ταινία σπλάτερ».

Ισχύουν όλα αυτά όμως και σήμερα; επιμένω. «Η απώλεια, η οδύνη της απώλειας, της καταστροφής παραμένει. Στον «Αμλετ» ο Σαίξπηρ διαλέγει ως τραγικό πρόσωπο την Εκάβη. Είναι εκείνη για την οποία ακόμη και οι θεοί, οι αδάκρυτοι, δάκρυσαν. Πρόσωπο που συμπυκνώνει αυτό: πόσο και πόσα μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο πλάσμα. Η Εκάβη βρέθηκε στο απόλυτο τίποτα από εκεί που ήταν βασίλισσα και απολάμβανε χλιδή. Αυτό ακούγεται επίσης σύγχρονο για μια Ελλάδα που, όπως η Εκάβη, αμέριμνη, απολάμβανε τα αγαθά και πλέον κοιμάται στο χώμα».

Μια Ελλάδα που βιώνει καθημερινά τη σκληρότητα και τη βιαιότητα. «Είναι πλέον σοκαριστικά όλα αυτά που συμβαίνουν. Από όλα αυτά που διαβάζω για τη βαρβαρότητα, τη βιαιότητα, τη διαστροφή μένω σοκαρισμένη» υποστηρίζει η Εκάβη-Φιλαρέτη. «Παλιά ίσως δεν είχαμε και την πληροφόρηση. Τώρα καθημερινά βομβαρδίζεσαι από εικόνες και δεν καταλαβαίνεις τι εξυπηρετεί αυτή η βία, η κακοποίηση, η σεξουαλική βαναυσότητα κατά γυναικών και παιδιών, αδυνατεί να το συλλάβει ο νους σου».

Μπορεί το θέατρο να κάνει κάτι γι’ αυτό;

Οταν ο σύγχρονος θεατής απέναντί του στο θέατρο βλέπει τον καθρέφτη της πραγματικότητάς του, το αντέχει ή το χρειάζεται; –αυτό αναρωτιέμαι. Το θέατρο έχει αποδείξει ότι όταν ζει αυτά που ζούμε, τα δύσκολα, ο θεατής δεν θέλει υποχρεωτικά το ανάλαφρο, διασκεδαστικό. Είναι μια περίεργη λύτρωση αυτή. Ο πόνος και η καταστροφή είναι σαν να ομαδοποιούν, να ενώνουν τους ανθρώπους και αυτό είναι, φαίνεται, ανακουφιστικό, ένα είδος παρηγοριάς. Επίσης, όταν έχουμε 400 θέατρα μέσα στην κρίση, αυτό σημαίνει ότι αυτός ο λαός, για να επιβιώσει, πηγαίνει στο θέατρο –αντί να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο… Και αυτές οι μικρές ομάδες γιατί κάνουν θέατρο χωρίς να πληρώνονται; Γιατί πρέπει να αντέξουν αυτή την καφρίλα που μας επέβαλε αυτή η ηγεσία χρόνια τώρα;

Ασε με να πω τη φράση που λέει στο τέλος ο Ευριπίδης: «Να δεις τώρα που θα γράψουν οι μελλούμενες γενιές για τα παθήματά μας τραγωδίες και θα μας χειροκροτάνε. Θα έρθει ώρα που οι άνθρωποι θα βλέπουν, θα θυμούνται, αλλά δεν θα μαθαίνουν». Και η ιστορία επαναλαμβάνεται, γίνονται τα ίδια και θα ξαναγίνουν…

Βλέπετε φως στον ορίζοντα;

Το χρειάζομαι το φως. Θέλω κάτι για να αντέξω. Για να συνεχίσω να ονειρεύομαι. Αν στερηθούμε κι αυτό, ας βουλιάξουμε σε μια απέραντη κατάθλιψη όλοι. Αν δεν πιαστείς από κάτι –εμένα μου αρέσει η λέξη «ελπίδα» –δεν μπορείς να συνεχίσεις. Ειδικά για τους ηθοποιούς η δουλειά μας είναι ένα αντίδοτο. Είναι ένα άτοκο δάνειο (τέχνης) για κάθε χρεοκοπημένο θάρρος. Δεν μπορούν να σου στερήσουν το οποιοδήποτε όνειρο γιατί μετά γερνάει το μυαλό σου, η ψυχή σου. Και ούτε να μένεις στις αναμνήσεις, τις αναπολήσεις. Καμιά φορά τελειώνει η δόση της αισιοδοξίας.

Η Εκάβη φοβάται;

Εχει περάσει πιο πέρα από τον φόβο. Δεν έχει να φοβηθεί διότι μέσα στην απόλυτη απόγνωση κι εκεί ακόμη βρίσκει κουράγιο, ένα αίσθημα επιβίωσης. Η Εκάβη ακούει πια συνεχώς αναγγελίες θανάτου. Για εκείνη ο θάνατος όμως είναι ένα τίποτα. Ενώ ο ζωντανός ελπίζει ακόμη.

Εσείς φοβάστε αυτό που συμβαίνει γύρω μας;

Πολλές φορές. Απλώς καμιά φορά προσπαθώ να χαϊδέψω λίγο τον φόβο για να τον απαλύνω. Και ως ιδιοσυγκρασία τον απομονώνω. Εμένα πλέον με τρομάζει πάρα πολύ η απώλεια. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιοι άνθρωποι αυτοκτονούν επειδή έχασαν τα λεφτά τους. Με διαλύει η απώλεια του ανθρώπου που έχω αγαπήσει. Τώρα καταλαβαίνω αυτό που έλεγαν οι παλιοί και οι πρόγονοί μας: κανέναν μην τον πεις ευτυχισμένο πριν να δεις το τέλος του.