Με προγράμματα ρυθμίσεων δανείων που περιλαμβάνουν μειώσεις επιτοκίων, επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής ώς και 40 χρόνια, αλλά και περιόδους χάριτος πολλών μηνών επιχειρούν οι τράπεζες να αντιμετωπίσουν τα κόκκινα δάνεια που έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη για τις ίδιες αλλά και για εκατομμύρια νοικοκυριά.
Η αξία των δανείων αυτών φθάσει ήδη τα 60 δισ. ευρώ, ενώ οι προβλέψεις των τραπεζιτών μιλούν για εκτίναξή τους στο 30% του συνόλου μέχρι το τέλος του έτους, την ίδια ώρα που υπάρχουν περιπτώσεις τραπεζών στις οποίες τα μη εξυπηρετούμενα καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες ξεπερνούν το 50% του συνόλου. Γι’ αυτό και οι τράπεζες, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση αλλά και με την τρόικα, ξεκινούν προγράμματα μαζικών αναχρηματοδοτήσεων αλλά και αναδιαρθρώσεων, με στόχο να μειωθεί το ύψος των δόσεων εξόφλησης των δανείων αυτών, να καταστεί βιώσιμη η εξυπηρέτησή τους από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και να ανασχεθεί η εξαιρετικά δυσμενής αυτή κατάσταση. Ταυτόχρονα «ψαλιδίζουν» τα όρια των πιστωτικών καρτών, μειώνουν τις γραμμές χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις αλλά και ουσιαστικά «παγώνουν» τις εκταμιεύσεις νέων καταναλωτικών δανείων.
Η αύξηση των υποχρεώσεων, η μείωση των εισοδημάτων, αλλά και τα υψηλά επιτόκια –κυρίως στα καταναλωτικά αλλά και τα επιχειρηματικά δάνεια –είναι οι βασικοί λόγοι που δεν επιτρέπουν στα νοικοκυριά αλλά και στους επιχειρηματίες να είναι συνεπείς προς τις οφειλές τους. Ετσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούν να πληρώσουν, οι τράπεζες γράφουν ολοένα και μεγαλύτερες επισφάλειες και η ρευστότητα στην αγορά τελικά δεν αυξάνεται.
Τα κόκκινα δάνεια ήταν εξάλλου βασικό θέμα στην ατζέντα της συνάντησης που έγινε την προηγούμενη Δευτέρα ανάμεσα στον Πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τους επικεφαλής των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank και Eurobank) με αντικείμενο τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Από την πλευρά της κυβέρνησης ζητήθηκε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με αναχρηματοδοτήσεις και ρυθμίσεις, ενώ οι τραπεζίτες αναφέρθηκαν στη συνεχή συρρίκνωση της οικονομίας που δεν επιτρέπει στους δανειολήπτες να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.
«Οταν η οικονομία έχει βιώσει ύφεση της τάξης του 25% τα τελευταία χρόνια, είναι λογικό και οι επισφάλειες να βρίσκονται σε αντίστοιχο ύψος», αναφέρει χαρακτηριστικά τραπεζίτης, εκτιμώντας ότι και το 2013 θα είναι σίγουρα μια δύσκολη χρονιά ως προς τις επισφάλειες. Μάλιστα, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι έχουν αρχίσει να «σκάνε» και δάνεια τα οποία είχαν ήδη ρυθμιστεί στις αρχές της κρίσης, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η συνέχιση της ύφεσης δημιουργεί νέο κύκλο επισφαλειών.
ΝΕΑ stress tests. Η κατάσταση, όπως αυτή διαμορφώνεται, είναι εξαιρετικά προβληματική για τις τράπεζες, καθώς το ύψος των επισφαλειών στα χαρτοφυλάκιά τους αλλά και η διαρκώς αυξητική τάση τους τις αναγκάζει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτό το γεγονός ενόψει των τεστ αντοχής στα οποία θα υποβληθούν στο τέλος του έτους. Με βάση τα τεστ αυτά θα υπολογιστούν και οι κεφαλαιακές τους ανάγκες για τη διετία 2014-2015 και οι προβλέψεις που θα πρέπει να εγγράψουν λόγω επισφαλειών είναι καθοριστικός παράγοντας. Σήμερα και μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης δεν υπάρχουν ανάγκες για επιπλέον κεφάλαια. Εντούτοις, όπως παραδέχονται τραπεζικά στελέχη, η γιγάντωση των επισφαλειών, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα και συντεταγμένα, μπορεί να δυναμιτίσει την όλη προσπάθεια. Γι’ αυτό εξάλλου τόσο η τρόικα όσο και η κυβέρνηση πιέζουν τις τράπεζες ώστε να ρυθμίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα κόκκινα δάνεια μέσα στους επόμενους μήνες, προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση γι’ αυτές αλλά και για τους πελάτες τους. Από την πλευρά τους, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν ήδη βάλει μπροστά νέα προγράμματα αναχρηματοδότησης και ρύθμισης οφειλών σε επιχειρηματικά, στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, ενώ ήδη έχουν ξεκινήσει να παίρνουν πρωτοβουλία και να καλούν σε διαπραγμάτευση πελάτες που είναι «οριακοί». Στόχος είναι να αποφύγουν νέες επισφάλειες αλλά και να μετατρέψουν όσο το δυνατόν περισσότερα κόκκινα δάνεια σε εξυπηρετούμενα, διευκολύνοντας τους πελάτες τους ώστε να πληρώνουν έστω και μια ελάχιστη καταβολή.