«Οι Χόμπιτ είναι ένας λαός ελάχιστα γνωστός μα πολύ αρχαίος. Αγαπούν την ειρήνη, την ηρεμία και την καλοοργωμένη γη.
Ακόμα και τα παλιά χρόνια ήταν γενικά ντροπαλοί μπροστά στους Μεγάλους Ανθρώπους, όπως μας ονομάζουν, και τώρα μας αποφεύγουν με φόβο και είναι δύσκολο να τους βρει κανείς. Εχουν καλά αυτιά και μάτια και μολονότι έχουν τάση να παχαίνουν, είναι ευκίνητοι και επιδέξιοι στις κινήσεις τους.
Μικροσκοπικός λαός, είναι μικρότεροι κι απ’ τους Νάνους. Τα πρόσωπά τους πλατιά, με ζωηρά μάτια, κόκκινα μάγουλα και στόμα εύκολο στο γέλιο, στο φαΐ και στο πιοτό. Ηταν πάντα φιλόξενοι και τρελαίνονταν για πάρτι και δώρα, που απλόχερα χάριζαν και μ’ ευχαρίστηση δέχονταν».
Το απόσπασμα αυτό είναι κομμάτι του εκτενέστατου προλόγου του Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν στον «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών» που εκδόθηκε το 1954. Στον πρόλογο αυτό περιέγραφε τους Χόμπιτ, για να μην έχουν κενά όσοι αναγνώστες του «Αρχοντα» δεν είχαν διαβάσει το βιβλίο του «Χόμπιτ», που είχε εκδοθεί το 1937.
Το γράψιμο του «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών» δυσκόλεψε πολύ αυτό τον οξφορδιανό καθηγητή της αγγλοσαξονικής γλώσσας και των αρχαίων αγγλικών και παρά την επιτυχία του «Χόμπιτ» (είχε πάρει καλές κριτικές αλλά και το Βραβείο Παιδικού Βιβλίου της εφημερίδας «New York Herald Tribune»), δυσκολευόταν να πιστέψει ότι θα κατάφερνε κάτι αξιόλογο εκδοτικά με το μεγάλο καινούργιο έργο του.
«Το έργο μου ξέφυγε από κάθε έλεγχο και παρήγαγα ένα τέρας: μία αφήγηση τεράστιου μάκρους, περίπλοκη, μάλλον πικρή και εντελώς τρομακτική που δεν ταιριάζει καθόλου όχι μόνο στα παιδιά αλλά μάλλον και σε κανέναν άλλον», είχε γράψει στον εκδότη του, που περίμενε υπομονετικά να δει τα χειρόγραφα επί μία δεκαετία.
Η κινηματογραφική προβολή του «Χόμπιτ» συμπίπτει με την επέτειο των 40 χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα. Τα αφιερώματα που γίνονται πολλά, ενώ το Χόλιγουντ, παρά τη μικρή σχετικά έκταση του βιβλίου, σχεδιάζει τριλογία για τους «Χόμπιτ». Ο αμερικανικός κινηματογράφος προσπαθεί συχνά να αρμέξει μέχρι θανάτου την αγελάδα που θα του βρεθεί μπροστά. Δοκιμάζει μια ταινία με ένα έργο φαντασίας και αν πάει καλά την κάνει σίριαλ. Ή, πάλι, βάζει σεναριογράφους να επινοήσουν νέες ιστορίες ενός ήρωα όταν τα βιβλία του εξαντλούνται –τέτοια είναι η περίπτωση του Τζέιμς Μποντ, τον οποίο πολύ λιγότεροι γνωρίζουν από τα έργα του Φλέμινγκ.
Στην περίπτωση ωστόσο του Τόλκιν, υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος. Ο άγγλος συγγραφέας δεν έφτιαξε απλώς ένα έργο, έφτιαξε, όπως λένε, έναν ολόκληρο κόσμο του οποίου τις ψηφίδες συμπλήρωνε σε κάθε του γραπτό.
Ο γιος του, λόγου χάρη, συγκέντρωσε αργότερα σε τόμο διάφορες σκηνές, προσχέδια, διηγήματα και άλλο υλικό που συμπληρώνει τη γνώση μας για τη Μέση Γη και τον φανταστικό κόσμο του συγγραφέα.
Αλλά ακόμα και στις απαντήσεις του σε επιστολές αναγνωστών, ο Τόλκιν συνέχιζε να συμπληρώνει το έργο του.
Κάποτε ένας αναγνώστης ανέδειξε μία φαινομενική αντίφαση του βιβλίου, σε σχέση με το πώς οι Χόμπιτ οργάνωναν τις γιορτές γενεθλίων. Ο συγγραφέας απάντησε με μια πολυσέλιδη επιστολή, στην οποία περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τις αποχρώσεις των σχετικών ηθών, τον τρόπο ανταλλαγής δώρων και την πολύπλοκη οικογενειακή δομή αυτών των κοινωνιών.
Με αυτή την έννοια, ο σκηνοθέτης Πίτερ Τζάκσον και οι σεναριογράφοι έχουν πολλά στοιχεία αλλά και ελευθερίες, καθώς πρόκειται για έναν κόσμο συνεχώς κινούμενο και ευρύ.
Ο ίδιος ο Τόλκιν, άλλωστε, έφτιαχνε σκίτσα των ηρώων του και μαγνητοφωνούσε αναγνώσεις των έργων του, ξέροντας ότι θα μπορούσαν αυτά να εικονοποιηθούν, έστω και αν δεν γνώρισε ο ίδιος τον κινηματογραφικό τους θρίαμβο.