Ταραγμένη εποχή και ενδιαφέρουσα. Αντιφατική. Στην Ελλάδα έχουμε την ανάρτηση του «σήματος» της δικτατορίας (πουλί) σε όλους τους δημόσιους χώρους, τις παρελάσεις των αρμάτων μάχης και τους «θούριους» των συνταγματαρχών να διαμορφώνουν το ύφος και την αισθητική της «επανάστασης», ενώ η απαγόρευση των τραγουδιών του Θεοδωράκη από τα κρατικά δίκτυα και η διαφυγή του στο εξωτερικό αφήνουν τη συνέχεια της ιστορίας μας στο «ελαφρολαϊκό» ύφος της Παραλιακής, που τρελαίνεται να διασκεδάζει μέχρι πρωίας χορεύοντας συρτάκι.
Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Γιατί ενώ στην Παραλιακή συνεχίζουν να παίρνουν φωτιά τα τέλια με τη φόρα που τους έδιναν ονόματα όπως του Ζαμπέτα, της Μοσχολιού, του Χιώτη, της Μαίρης Λίντα, της Γιώτας Λύδια, του Μπιθικώτση, της Πόλυς Πάνου, του Γαβαλά, του Διονυσίου και πλείστων άλλων κι ενώ μέρα με τη μέρα η εποχή παραδίδει τη «σκυτάλη» σε πιο λουσάτες αίθουσες, πιο ανοιχτά πουκάμισα και πιο φωτογενή ζευγάρια (τύπου Βοσκόπουλος – Μαρινέλλα), εκείνη ακριβώς την εποχή δρα υπογείως η δύναμη μιας νέας γενιάς με Σαββόπουλο, Μαρκόπουλο, Κουγιουμτζή, Μούτση, Κηλαηδόνη, Λοΐζο, Λεοντή κ.ά. που, παρά τη σκληρή λογοκρισία της εποχής, γράφουν αριστουργηματικά τραγούδια. Το ίδιο και καταξιωμένοι συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις, ο Πλέσσας, ο Σπανός, ο Ξαρχάκος…
Η μαγιά της γενιάς του ’60 (με στιχουργούς όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Νίκος Γκάτσος) αλλά και οι νεότερες δυνάμεις της στιχουργικής (Μάνος Ελευθερίου, Κ.Χ. Μύρης, Δασκαλόπουλος, Νεγρεπόντης, Λογό κ.ά) βάζουν τις βάσεις για το τραγούδι που θα βρούμε αργότερα, αυτό που σήμερα λέμε με άνεση «έντεχνο» ενώ τότε το έλεγαν απλά «λαϊκό».
Ομως εμείς μιλάμε εδώ για το γενικότερο κλίμα, εκείνο που δίνει την πιο χαρακτηριστική γεύση που μας άφησε η εποχή μέσα από τους «επίσημους» φορείς της, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, τις γιορτές, τα φεστιβάλ, τα ραδιόφωνα, όλα εκείνα που συνετέλεσαν να διαμορφωθεί η επικρατούσα αισθητική.
Την ώρα που ο κόσμος όλος ερχόταν ανάποδα στα τέλη του ’60 – το Βιετνάμ, η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, ο Μάης του ’68, η έξοδος των χίπις, το LSD, οι μεγάλες συναυλίες της ροκ στο Σαν Φρανσίσκο κ.ά. -, εμείς εδώ συνεχίζαμε το «πάρτι» με άγρια ξενύχτια, βουνό τα πιατικά στην Παραλιακή και παρελάσεις αρμάτων στις «Ολυμπιάδες Τραγουδιού». Καλό είναι να θυμάται κανείς;
Καλό θα έλεγα, έχοντας βέβαια τη φιλοσοφική διάθεση που δίνει η απόσταση στα πράγματα. Από μακριά σχεδόν όλα φαίνονται ασήμαντα, καμιά φορά γελοία, πόσω μάλλον εκείνη την εποχή που η πολιτική ηγεσία της χώρας έντυνε με πυροτεχνήματα, επαρχιώτικο, βαρύγδουπο καθωσπρεπισμό και καλαματιανά τις δημόσιες εμφανίσεις των πρωτεργατών της.
Οι δημόσιοι φορείς του τραγουδιού και οι διαγωνισμοί του – Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης- – είχαν τον καθωσπρεπισμό και το συντηρητικό βλέμμα «χαμηλοβλεπούσας» κόρης που ξέρει γαλλικά και πιάνο και θέλει να αγνοεί εξ ολοκλήρου τη λαϊκή της ρίζα. Την ίδια εποχή που ο Σαββόπουλος τραγουδούσε «κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ», ο Τόλης Βοσκόπουλος έπαιρνε τα πρώτα του εύσημα από το Φεστιβάλ για το «Εκείνη» (β’ βραβείο), ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1970, θα έγραφε την επιτυχία «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» σε στίχους του Ηλία Λυμπερόπουλου, το οποίο θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ με την φωνή του Γιάννη Βογιατζή. Αγαπημένο πρόσωπο της εποχής εκείνης ήταν και η Κλειώ Δενάρδου. Το πιο αγαπημένο κομμάτι της ήταν το «Πού ναν’ ο ίσκιος σου Θεέ» (μουσική Ζακ Ιακωβίδης/στίχοι Μιχάλης Γαβριηλίδης), σουξέ που είχε βραβευτεί και στην 3η Ολυμπιάδα Τραγουδιού του 1969 εν μέσω πυροτεχνημάτων, «λογυδρίων» στρατιωτικών επιδείξεων και εθνικών χορών. Ή να κάνεις Φεστιβάλ ή να μην κάνεις… Κάθε τραγούδι και η μυθολογία του (έτσι δεν γίνεται πάντα;). Ας πούμε, το μεγάλο σουξέ του Γιάννη Καλατζή «Κυρά Γιώργαινα, ο Γιώργος σου πού πάει», που αργότερα το είπε και η Μαρινέλλα (στίχοι Πυθαγόρας, μουσική Κατσαρός), παρέπεμπε στο όνομα και τη… στιβαρότητα του ηγέτη τής τότε στρατιωτικής κυβέρνησης, που το ’68 είχε κάνει τον δεύτερο γάμο του με τη Δέσποινα Σερέτη.
Ποια πραγματικότητα ζει κανείς; Σίγουρα την πραγματικότητα που επιλέγει να ζήσει και όχι εκείνη που του σερβίρουνε. Οσοι όμως ήμασταν σε ηλικία τρυφερή αφήναμε να φτάσει αλογόκριτη στο αυτί μας η αισθητική της εποχής. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη του Φίνου έδενε με τη φωνή του Γιώργου Παπαστεφάνου – η πιο εκλεπτυσμένη φωνή ραδιοφώνου -, τον κονφερασιέ Γιώργο Οικονομίδη, τα χορευτικά του Φώτη Μεταξόπουλου, τις επιτυχίες των Πλέσσα/Παπαδόπουλου στα «πάλκα» των κινηματογραφικών πλατό.
Ομως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο αθώα όσο φαίνονταν. «Η λογοκρισία δεν ήταν μόνο επί δικτατορίας, αλλά από πριν», λέει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. «Και ήταν σε τρία επίπεδα. Υποβάλλαμε τους στίχους και τη μουσική πρώτα στην εταιρεία. Εκείνη τα έστελνε στο υπουργείο Τύπου – στίχους και παρτιτούρα – και αν πέρναγαν από εκεί μετά υπήρχε η λογοκρισία της ΕΡΤ (τότε ΕΙΡ). Στο υπουργείο Τύπου ήταν τόσο άσχετοι που μια φορά ο Θεοδωράκης και ο Λεοντής είχαν γράψει σε παρτιτούρα τον Εθνικό Υμνο και ούτε που το πήραν είδηση. Στη δε ΕΡΤ απαγορεύονταν τραγουδιστές όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης. Φαντάζεστε; H μεγαλύτερη φωνή της Ελλάδας ήταν αποκλεισμένη. Γενικά το λαϊκό τραγούδι δεν είχε χώρο στα κρατικά μέσα. Επαιζαν κυρίως ελαφρά».
Επί δικτατορίας τα πράγματα έγιναν απολύτως ασφυκτικά, λέξεις όπως «ελευθερία» απαγορεύονταν διά ροπάλου στους στίχους, ενώ δίσκοι όπως τα «Τραγούδια του δρόμου» του Λοΐζου (που έτυχε να κυκλοφορήσει την εποχή του πραξικοπήματος) αποσύρθηκαν από τα καταστήματα δίσκων.
Σε τέτοιες συνθήκες, όμως, είναι που έχει δύναμη η από στόμα σε στόμα επικοινωνία. Η επικοινωνία της «καρδιάς». «Τα τραγούδια της Ζάτουνας» ή «Τα τραγούδια του αγώνα» (του Μίκη Θεοδωράκη) κυκλοφορούσαν σε παράνομες κασέτες από χέρι σε χέρι, ενώ στίχοι όπως «ήταν μια λέξη μοναχά – ελευθερία» παίζονταν στις συναυλίες των φοιτητών.
Η αυτολογοκρισία
«Η μεγαλύτερη λογοκρισία ήταν η αυτολογοκρισία των δημιουργών», λέει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. «Για να περάσει κάτι, έπρεπε να το σκεφτείς από χίλιες πλευρές πριν το καταθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, όμως, τους ξέφευγαν κάποια, ίσως γιατί οι στίχοι τους δεν ήταν εντελώς άμεσοι και δεν τα πολυκαταλάβαιναν. Τραγούδια όπως τα “Αχ χελιδόνι μου” ή “10 παλικάρια” που έλεγε ο Νταλάρας περνούσαν ως ανώδυνα. Είχαν όμως κόψει άλλα, όπως το “Μίλα μου για τη λευτεριά” – η συνέχεια του “Δρόμου” (Πλέσσας/Παπαδόπουλος) .
Τα βάσανα των δημιουργών, όμως, δεν έφταναν εύκολα στο κοινό. Ο «ατμός» που έβγαινε συχνά πυκνά από εκδηλώσεις των φοιτητών, το κυνηγητό των «μαλλιάδων» στη Φωκίωνος Νέγρη ή τα πρώτα δειλά βήματα των ροκ γκρουπ πνίγονταν την επομένη μέσα στο «αγαπησιάρικο» κατευναστικό κλίμα ενός τραγουδιού που χάιδευε το αυτί και μιλούσε για έρωτα. Κάπου κάπου, όμως, έπιανες ένα «κλίμα» στους στίχους των τραγουδιών, ένα ύφος σε κάποια καλλιτεχνικά πηγαδάκια, στην ατμόσφαιρα των μπουάτ της Πλάκας, στη φωνή του Νίκου Ξυλούρη μέσα από τον πρωτόγνωρο ήχο του Γιάννη Μαρκόπουλου στο «Χρονικό» (Κ.Χ. Μύρης) και τη «Θητεία» (Μ. Ελευθερίου).
Για μας όλους, όμως, που είχαμε γεννηθεί στις αρχές του ’60, όταν λέμε τραγούδι του ’70 έρχεται αυτόματα στον νου η Μοσχολιού με το «Ασπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε» (των Μούτση και Γ. Λογοθέτη το 1972), η Δήμητρα Γαλάνη και το «Ηλιε μου, ήλιε μου, βασιλιά μου» (επιτυχία του ’72), το «Αν ήμουν πλούσιος» του Δώρου Γεωργιάδη και της Σώτιας Τσώτου (στίχος) και πάρα πολλά νέα ονόματα του τραγουδιού: ο Γιώργος Νταλάρας και η Χάρις Αλεξίου μας βρίσκουν το 1972 στις κυριακάτικες οικογενειακές εκδρομές με τη «Μικρά Ασία» (των Καλδάρα/Πυθαγόρα), όπως και η «Οδός Αριστοτέλους» (Σπανού/Παπαδόπουλου) που κυκλοφόρησε το ’74 και από τότε μας ακολουθεί σταθερά στα ταξίδια μας. Οι μεγαλύτερες της παρέας λάτρευαν και τον Γιάννη Πουλόπουλο με το «Αγαλμα» (Πλέσσα /Παπαδόπουλου), ενώ οι καβγάδες άναβαν στο λεπτό όταν η ομήγυρη εμπλουτιζόταν από τα «μεγάλα» ξαδέλφια που ορκίζονταν στο όνομα του Σαββόπουλου, στον «Μπάλλο» του και στο «Βρώμικο ψωμί».
Ηταν κι άλλοι μέσα στο «οικογενειακό» ρεπερτόριο των κυριακάτικων εκδρομών: ο Μανώλης Μητσιάς («Πού θα πάει, πού»), η Δήμητρα Γαλάνη με τις επιτυχίες του Χατζηνάσιου (εκείνο το «Αν μ’ αγαπάς, φίλα σταυρό» ή το «Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ»), ο Γιάννης Πάριος, ο Θέμης Ανδρεάδης, ο Σταμάτης Κόκοτας, ο Δημήτρης Μητροπάνος, κυρίως μέσα από τον «Αγιο Φεβρουάριο» των Μουτση/Ελευθερίου που έκαναν τη φωνή του αισθητή και σε ένα πιο ανήσυχο ακροατήριο.
Ο Θέμης Ανδρεάδης, ψηλός, ωραίος, μας θύμιζε τις φιγούρες των γάλλων και των ιταλών συναδέλφων του και ήταν αγαπητός ακόμη και σε εκείνους που άκουγαν αποκλειστικά ξένη μουσική. Το χιούμορ και τα υπονοούμενα των τραγουδιών που έλεγε του έδωσαν αμέσως μια ξεχωριστή ταυτότητα στο μυαλό μας. Τον Δεκέμβριο του 1973 κυκλοφόρησε με τον Λογό τις «Γελοιογραφίες» που έκαναν πάταγο, αφού επρόκειτο για ένα καινούργιο και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα είδος τραγουδιού. Η λογοκρισία βέβαια είχε τη δική της άποψη για το θέμα, γι’ αυτό και δεν άφησε να βγει στο φως η «Δυναστεία» («Στα σοβαρά και όχι αστεία δεν την μπορώ τη δυναστεία»). Ο λόγος σαφής. Οι στίχοι παρέπεμπαν στον θεσμό της βασιλείας που τότε δεν είχε καταργηθεί επισήμως. Το εν λόγω τραγούδι απαγορεύτηκε από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα..
Το ροκ
Παρά την αστυνομική επιτήρηση της μουσικής, από την αρχή της δικτατορίας θα ξεπεταχτούν συγκροτήματα όπως οι Socrates Drank the Conium, Πελόμα Μποκιού, Νοστραδάμος, Poll, Εξαδάκτυλος, ενώ ο Σαββόπουλος ήταν ο πρώτος που έκανε τη νεολαία να ακούσει (επιτέλους) πραγματικό ελληνικό ροκ. Οποιος θυμάται το Κύτταρο και το Ροντέο καταλαβαίνει. Μπορεί τους στίχους του «Ζεϊμπέκικου» («με αεροπλάνα και βαπόρια») – το «Βρώμικο ψωμί» βγήκε το ’72 – να μην τους καταλαβαίναμε τότε, η αύρα τους όμως πότισε σιγά σιγά τα αυτιά μας κι έμεινε εκεί διά παντός. Η μουσική, άλλωστε, έχει αυτόν τον υπόγειο τρόπο να σε βρίσκει και να σε αλλάζει εκεί που δεν το περιμένεις. Το ίδιο συνέβη με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον Ασημο, τη Δέσποινα Γλέζου και τόσους άλλους που στις αρχές του ’70 ήταν στα… βαρέα και ανθυγιεινά του ελληνικού ροκ.