Ο χρόνος έχει αφήσει τα σημάδια του σε βαθιές ρυτίδες και στη θολή, θλιμμένη ματιά του. Αλλά δεν έσβησε τις μνήμες. Οσες δεκαετίες κι αν πέρασαν ο Βασίλης Μπισντούλης θυμάται ακόμα τα χαρακώματα, την πείνα και τις σφαίρες. Είναι 95 ετών και ζει στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων. Ο τελευταίος επιζών στο χωριό του που πολέμησε εναντίον των Ιταλών το 1940. «Εκείνοι είχαν αεροπλάνα και τεθωρακισμένα, αλλά ο δικός μας στρατός πειθαρχούσε. Είχε ψυχή. Ξέρεις τι τρώγαμε; Φακή και περπατούσε το μαμούνι πάνω στο καζάνι. Οταν μας επισκέφτηκε ένας συνταγματάρχης μας είπε: »Βρε παιδιά, εσείς δεν είστε για πόλεμο. Ας σας αφήσουμε πίσω κι ας δούμε τι θα γίνει». Και του λέει ένας αξιωματικός: »Τα παιδιά είναι ντόπια, θέλουν να πολεμήσουν»», θυμάται. Οταν αργότερα παραδόθηκαν στον λόχο του ιταλοί στρατιώτες, ξαφνιάστηκε με το παρουσιαστικό τους. «Δεν ήταν για πόλεμο αυτοί. Καλοντυμένοι, καλοθρεμμένοι. Δεν υπήρχε ένας που να μην έχει κουκούλα, κασκόλ, γάντια, ρολόγια». Οι διηγήσεις του είναι φορτισμένες. Το βλέπεις στη γροθιά που σφίγγει. Το ακούς στη φωνή που δυναμώνει καθώς περιγράφει μάχες. «Είναι σκληρός ο πόλεμος», λέει και ξέρει πως δύσκολα οι νέοι κατανοούν όσα έζησε ο ίδιος. «Ηταν μία το μεσημέρι όταν ο κλητήρας του χωριού ανακοίνωσε την επιστράτευση. Κλάψτε μάνες, κλάψτε παιδιά, κλάψτε πατεράδες. Εγώ ήμουν στα βαριά πολυβόλα. Ηθελες δεν ήθελες να πολεμήσεις δεν μπορούσες να αρνηθείς», λέει. Ο λόχος του ήταν ο πρώτος που μπήκε στην Αλβανία. «Οχι γιατί ήμασταν παλικάρια, αλλά γιατί βρισκόμασταν πιο κοντά στα σύνορα», εξηγεί. «Φτάσαμε στην Αλβανία και ήμασταν τέσσερις μέρες νηστικοί». Ούτε νερό; «ΤΙΠΟΤΑ», φωνάζει με όση δύναμη κρύβει ακόμη μέσα του. «Πρέπει να αντέξεις. Οσο μπορείς», προσθέτει. «Στον πόλεμο δεν έχει απεργίες».