«Osso ki an saxo / te vrisko allo limami / treli na m ehi kani osso tou Piria…». Λικνίζεται η μελαμψή κυρία των Pink Martini μπροστά στο ελληνικό κοινό, αυτό χειροκροτάει με πάθος και κάπου εκεί ανάμεσα στο «saxo» (που εννοεί ψάξω) και τον Piria (που εννοεί Πειραιά) φωτίζεται μία από τις πιο ένδοξες στιγμές της ελληνικής μουσικής. Από τα πιο πολυδιασκευασμένα τραγούδια διεθνώς (για να μην πούμε για τις ορχηστρικές εκδοχές του με κορυφαία αυτή του Duke Ellington) που χάρισε ένα Οσκαρ μουσικής στην Ελλάδα – η ταινία ήταν το «Ποτέ την Κυριακή» σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν – φέρνει στον νου τη νοσταλγία του ’60, τις μαυρόασπρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, τον κοσμοπολίτικο αέρα της Μελίνας και του Ζυλ Ντασσέν (η Μελίνα πήρε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών) και σίγουρα τη μορφή ενός συνθέτη που έμελλε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας της μουσικής μας.

«Τα παιδιά του Πειραιά» – Μελίνα Μερκούρη

Βέβαια δεν ξέρουμε πώς θα σχολίαζε την επιλογή του «Πειραιά», αν ο Χατζιδάκις ήταν παρών στη συναυλία των Pink Martini (πέρυσι έπαιξαν στον Λυκαβηττό). Γιατί τον Πειραιά τον απαξίωνε: «To επίσημο κράτος με γιόρτασε για το Οσκαρ που πήρα ερήμην μου κι έξω από τα δικά μου σχέδια. Πάλεψα χρόνια για να αφαιρέσω αυτόν τον τίτλο τιμής από την πλάτη μου», έλεγε. Και το εννοούσε πραγματικά. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 λέγεται ότι αποφάσισε να απαλλαγεί από το αγαλματίδιο και φρόντισε να το… ανακυκλώσει, πετώντας το στο καλάθι των αχρήστων. Κι ενώ μιλούσε εκείνο το μεσημέρι με την αδελφή του Μιράντα, εκείνη άκουσε την οικιακή βοηθό να μουρμουρίζει για το ασυνήθιστο βάρος που είχε η σακούλα. Αργότερα έψαξε, το βρήκε και το πήρε προσωρινά σπίτι της για να το σώσει.

Ας επιστρέψουμε όμως στα χρόνια του ’60. Στην Ελλάδα της ανοικοδόμησης, του Καζαντζίδη, της μετανάστευσης και της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Tα πρώτα 45άρια έχουν κυκλοφορήσει από το 1958 («Η γερακίνα»), ο Ζαμπέτας κάνει την επίσημη πρώτη του και ως τραγουδιστής γράφοντας στην Οdeon, ενώ το ζεύγος Μελίνα – Τζούλη τον επισκέπτονται συχνά – πυκνά στο μαγαζί όπου παίζει (στου Κολοκοτρώνη) μαζί με τους Μπιθικώτση και Καίτη Θύμη. Ο κόσμος της Κυριακές δίνει ραντεβού με τον Γιώργο Οικονομίδη στο ραδιόφωνο (σε μια περίφημη εκπομπή που ανακάλυπτε νέα ταλέντα) ενώ ξεδιψάει με παραστάσεις κωμικές και νέα ταλέντα στο «Αλσος» του.
Ομως η πιο εύκολη και προσιτή διασκέδαση είναι ο κινηματογράφος: ο Λογοθετίδης, ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης, ο Ηλιόπουλος, ο Κωνσταντάρας αλλά και όλο το λαϊκό τραγούδι της εποχής – με προτίμηση το ζεύγος Χιώτη – Λίντα – παρελαύνουν από τα πλατό του Φίνου που τότε μεσουρανεί. Το νέο πικάντικο μουτράκι που λανσάρει (και που αμέσως γράφει στο κοινό) είναι η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Το 1960 το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης θα της απονείμει το πρώτο βραβείο γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στη «Mανταλένα», ενώ το πανελλήνιο θα τη θυμάται να τραγουδάει το «Θάλασσα πλατιά» (του Μάνου Χατζιδάκι) πεσμένη στον ώμο του Λαυρέντη Διανέλλου. Θερινά σινεμά, αγιόκλημα και γιασεμί (όπως θα έγραφε αργότερα ο Λουκιανός Κηλαηδόνης). Αρχοντορεμπέτικα και ελαφρά από τη μία, Γκάτσος και Χατζιδάκις σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου – το 1960 ηχογραφήθηκε το αριστουργηματικό «Αθήνα» με τη φωνή του Καζαντζίδη για το «Ελλάς η χώρα των ονείρων» – και πρώτη ηχογράφηση από τον Χατζιδάκι του «Επιταφίου» του Μίκη Θεοδωράκη με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη και ορχήστρα δική του (Αύγουστος του ’60). Σχεδόν την ίδια εποχή (τον Σεπτέμβριο του ’60) ο Μίκης ηχογραφεί ξανά τον «Επιτάφιο» σε λαϊκότερη εκδοχή, βάζοντας τη φωνή του λαϊκού Μπιθικώτση και το μπουζούκι του Χιώτη να εναγκαλιστούν με την ποίηση του Ρίτσου. H διαφορετική αυτή «ματιά» του «Επιταφίου» είναι το ξεκίνημα ενός εθνικού… μουσικού διχασμού που θα χωρίσει τους Ελληνες σε χατζιδακικούς ή θεοδωρακικούς ανάλογα με τα πολιτικά τους πιστεύω.
Το 1960 όμως ο Χατζιδάκις είναι ο αδιαμφισβήτητος αγαπημένος συνθέτης του ελληνικού κινηματογράφου, του θεάτρου και όλων των Ελλήνων γιατί σε όλους άρεσε το κοσμοπολίτικο κομμάτι της μουσικής του.
Ας μην ξεχνάμε ότι το αυτί του μέσου Ελληνα τότε ήταν συνηθισμένο στην παράδοση των «ελαφρών» της εποχής (Μαρούδας, Λαυράνος, Μουζάκης, Καλλίρης, Πλέσσας, Κατσαρός κ.ά.).
Ακόμη και τα αμιγώς λαϊκά παιδιά της φλέρταραν με αυτόν τον κοσμοπολιτισμό. Πρώτος και καλύτερος βέβαια ο Ζαμπέτας (που έπαιξε μπουζούκι στο «Ποτέ την Κυριακή»). Ιδού πώς θυμάται την πρώτη λάιβ παρουσίαση των «Παιδιών του Πειραιά» (έπαιζε μπουζούκι) στο ξενοδοχείο «Αμπασαντέρ» των Καννών, την 1η Μαΐου 1960. «Παίζω “Τα παιδιά του Πειραιά” όπως θέλω. Τα κάνω τσάμικο, τα κάνω καλαματιανό, τα κάνω ζεϊμπέκικο, τα κάνω και σέικ. Ο,τι λάχει τα έκανα κι όλοι χόρευαν. Η Μελίνα κάτω στα πόδια μου με τον Σπύρο (Μερκούρη) και τον Ντασσέν και να με αποθεώνουν. Κι όλες οι κυρίες οι μεγάλες οι ηθοποιές εκεί στα πόδια μου (…) Το μάλε-βράσε γινότανε. Χορός, χορός συνέχεια μέχρι πρωίας».
Αρα το πιο πολυδιασκευασμένο τραγούδι διεθνώς και η πρώτη… διασκευή από τον μεγάλο Ζαμπέτα στις Κάννες.
Αλλωστε ήταν και ο πρώτος που είχε ποντάρει στη νίκη. «Λέω από ‘δώ δεν θα φύγουμε αν δεν πάρουμε το εργαλείο (…) Το εργαλείο το πήραμε αργότερα και ο Μανόλης (Χατζιδάκις) πήρε το μεγάλο εργαλείο»! (Από το βιβλίο της Ιωάννας Κλειάσιου «Γιώργος Ζαμπέτας, Βίος και Πολιτεία»).
ΑΥΡΙΟ: Το «Relax»
των Frankie Goes to Hollywood