Την ίδια ηµέρα που η Παγκόσµια Επιτροπή για την Πολιτική Αντιµετώπισης των Ναρκωτικών ανακοίνωνε ότι ο πόλεµος κατά των ναρκωτικών απέτυχε και ζητούσε να νοµιµοποιηθούν µερικά ναρκωτικά και να πάψουν να θεωρούνται εγκληµατίες οι χρήστες, στη Βρετανία διασηµότητες, δικηγόροι, ακαδηµαϊκοί, καλλιτέχνες, πολιτικοί και πρώην αστυνοµικοί ζητούσαν από τον πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάµερον να αποποινικοποιηθεί η χρήση όλων των ναρκωτικών στη χώρα.

Ηηθοποιός ντέιµ Τζούντι Ντεντς, ο επιχειρηµατίας σερ Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο µουσικός Στινγκ, ο σκηνοθέτης Μάικ Λι, η ηθοποιός Τζούλι Κρίστι, αλλά και ένας πρώην υπουργός και τρεις πρώην αρχηγοί της αστυνοµίας υπέγραψαν ανοικτή επιστολή προς τον πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάµερον µε την ευκαιρία της 40ής επετείου από τη θέσπιση του Νόµου περί ναρκωτικών το 1971. Οι υπογράφοντες µε την επιστολή τους εγκαινίασαν εκστρατεία µε θέµα «Ναρκωτικά: Είναι καιρός για καλύτερους νόµους» και ζητούν µια «ταχεία και διαφανή» αναθεώρηση της αποτελεσµατικότητας των υφιστάµενων πολιτικών. Υπογραµµίζουν ότι αυτά τα 40 χρόνια, παρά τη σκληρή νοµοθεσία, παρατηρήθηκε ταχεία ανάπτυξη της χρήσης παράνοµων ναρκωτικών στη Βρετανία, ενώ η εφαρµογή της ποινικής νοµοθεσίας για προσωπική χρήση και κατοχή όλων αδιακρίτως των ναρκωτικών «έχει κόστος για τους φορολογούµενους και είναι βλαπτική για τις κοινότητες». «Η αντιµετώπιση ως εγκληµατιών ανθρώπων που κάνουν χρήση ναρκωτικών οδηγεί σε µεγαλύτερο κοινωνικό αποκλεισµό και στιγµατισµό, καθιστώντας ακόµη δυσκολότερο να βρουν δουλειά και να διαδραµατίσουν παραγωγικό ρόλο στην κοινωνία. ∆ηµιουργεί µια κοινωνία που κατασπαταλεί πόρους», επισηµαίνουν. Την τελευταία δεκαετία, περισσότεροι από ένα εκατοµµύριο Βρετανοί βρέθηκαν µε ποινικό µητρώο ως αποτέλεσµα των νόµων περί ναρκωτικών.

Η επιστολή συνέπεσε µε την παρουσίαση, χθες στη Νέα Υόρκη, της έκθεσης της 19µελούς Παγκόσµιας Επιτροπής για την Πολιτική Αντιµετώπισης των Ναρκωτικών, στην οποία µετέχουν ο Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, τρεις πρώην πρόεδροι χωρών της Λατινικής Αµερικής (του Μεξικού Ερνέστο Ζεντίγιο, της Βραζιλίας Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, και της Κολοµβίας Σέζαρ Γκαβίρια), ο πρώην γ.γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, ο πρώην πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ Πολ Βόλκερ, οι λατινοαµερικανοί συγγραφείς Κάρλος Φουέντες και Μάριο Βάργκας Γιόσα, ο πρώην επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. Χαβιέρ Σολάνα και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Σουλτς.

Στην έκθεση υπογραµµίζεται ότι η πολιτική κατά των ναρκωτικών απέ τυχε επειδή ενίσχυσε το οργανωµένο έγκληµα, κόστισε εκατοµµύρια στους φορολογούµενους και προκάλεσε χιλιάδες θανάτους. Σύµφωνα µε τον ΟΗΕ, από το 1998 ώς το 2008, η χρήση οπιούχων αυξήθηκε κατά 35%, της κοκαΐνης κατά 27% και της κάνναβης κατά 8,5%. «Οι πολιτικοί ηγέτες πρέπει να βρουν το θάρρος να αρθρώσουν δηµοσίως αυτό που πολλοί εξ αυτών παραδέχονται κατ’ ιδίαν:

ότι τα στοιχεία δείχνουν πως οι κατασταλτικές στρατηγικές δεν θα λύσουν το πρόβληµα των ναρκωτικών και ο πόλεµος κατά των ναρκωτικών δεν έχει κερδηθεί και δεν µπορεί να κερδηθεί», τονίζεται στην έκθεση. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να τερµατίσουν την ποινικοποίηση της χρήσης των ναρκωτικών και να πειραµατιστούν µε νέα νοµικά µοντέλα που θα υπονοµεύσουν το συνδικάτο του οργανωµένου εγκλήµατος.

Πάντως το γραφείο του «τσάρου» των ναρκωτικών στον Λευκό Οίκο Γκιλ Κερλικόφσκι απέρριψε συλλήβδην τις συστάσεις της Επιτροπής υποστηρίζοντας ότι «καθιστώντας τα ναρκωτικά περισσότερο διαθέσιµα – όπως προτείνει η έκθεση αυτή – γίνεται πιο δύσκολο να κρατήσουµε τις κοινότητές µας υγιείς και ασφαλείς».

Η απαγόρευση δεν κατάφερε να περιορίσει τον αριθµό των χρηστών

Κόκκινη κάρτα στους τουρίστες από τα ολλανδικά coffee shops


ΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ COFFEE SHOPS, όπου από τη δεκαετία του 1970 µπορεί κανείς να παραγγείλει µαριχουάνα ή χασίς όπως παραγγέλνει καφέ, θα µετατραπούν σε λέσχες όπου θα απαγορεύεται η είσοδος στους τουρίστες. Η συντηρητική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ρούτε, πιεζόµενη από τη λαϊκιστική ∆εξιά του Γκέερτ Βίλντερς, εισήγαγε έναν νόµο που θα ισχύσει µετά το καλοκαίρι και βάσει του οποίου κάθε coffee shop θα έχει µέχρι 1.500 µέλη, όλα ολλανδούς πολίτες. Εκφράζονται φόβοι ότι το εµπόριο των «µαλακών» ναρκωτικών θα περάσει έτσι στα χέρια του υποκόσµου.