Δύο φιλόσοφοι συζητούν δημόσια για την αλήθεια, υπερασπίζοντας αντίθετες θέσεις. Είναι η αλήθεια απλώς μια ωφέλιμη σύμβαση ή έχει μια αυτόνομη ύπαρξη, που δεσμεύει τον ερευνητή και ελέγχει το σύστημα αξιών μιας κοινωνίας;

Οι Ινδοί πίστευαν ότι η Γη στηρίζεται στις πλάτες ελεφάντων, που και αυτοί με τη σειρά τους πατούν πάνω σε μια γιγάντια χελώνα. Αυτός ο μύθος, όπως και κάθε κοσμολογικός μύθος, δεν είναι λιγότερο έγκυρος από την εξήγηση που δίνει η επιστήμη για την αιώρηση του πλανήτη μας στο διάστημα. ΄Ετσι θα ισχυριζόταν πάντως ένας συνεπής μεταμοντέρνος φιλόσοφος (αν υποθέσουμε ότι οι μεταμοντέρνοι δίνουν σημασία στη συνέπεια), και πράγματι, τουλάχιστον ένας φιλόσοφος του είδους, ο Πάουλ Φάιεραμπεντ, δεν δίστασε να διακηρύξει ανοιχτά μια τέτοια ισοκυρία.

Είναι φανερό ότι η έννοια της αλήθειας δεν περνάει τις καλύτερες στιγμές της στη σχετικιστική εποχή μας. Κάθε αναπαράσταση της πραγματικότητας τείνει να θεωρείται απλώς «αφήγημα» ανάμεσα σε άλλα «αφηγήματα», όσες αποδείξεις και αν επικαλείται για την ισχύ της. Η χρήση της λέξης Αλήθεια (με κεφαλαίο άλφα) αρκεί συχνά για να σε κάνει στα μάτια των άλλων είτε αφελή είτε ύποπτο για πρόθεση δόλιας χειραγώγησης. Ο πολύς Μισέλ Φουκώ δίδασκε μάλιστα ότι η έννοια της αλήθειας δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλείο της εξουσίας, αν και έπειτα από τέτοια μαθήματα κατέβαινε σε διαδηλώσεις όπου οι διαδηλωτές κρατούσαν πλακάτ με το σύνθημα «Αλήθεια και δικαιοσύνη», όπως μας υπενθυμίζει ο Πασκάλ Ενζέλ.

Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ζούμε σε ανοιχτές κοινωνίες, με σύνθεση πολύ περισσότερο μωσαϊκή από άλλοτε, χαλαρότερη συνοχή, γρήγορη και πλατιά διάδοση κάθε λογής γνώσεων και πληροφοριών. Σε τέτοια μορφώματα, που πάνε να γίνουν άμορφα, είναι αναπόφευκτο ν΄ αναπτύσσονται ανταγωνιστικές αλήθειες- έμφυλες, εθνοτικές, ταξικές, κοινοτικές- που σχετικοποιούν η μια την άλλη, παρόλο που οι ακτιβιστές της καθεμιάς κάνουν, όπως έχουμε δει επανειλημμένα, ό, τι μπορούν για ν΄ αναγνωριστεί η δική τους αλήθεια ως αληθινότερη από τις υπόλοιπες.

Τι νόημα μπορεί να έχει, λοιπόν, στις μέρες μας η έννοια της αλήθειας, αν θέλουμε να την πάρουμε στα σοβαρά; Σε τι χρησιμεύει ακόμη;

Αυτό ήταν το θέμα μιας συζήτησης που έγινε τον Νοέμβριο του 2002 στη Σορβόνη ανάμεσα στον επιφανή αμερικανό φιλόσοφο Ρίτσαρντ Ρόρτυ (1931- 2007) και τον γάλλο καθηγητή της φιλοσοφίας Πασκάλ Ενζέλ (γ. 1954). Η συζήτηση αυτή, από την οποία προέκυψε το παρόν βιβλίο, θυμίζει κάπως τον πλατωνικό διάλογο «Πρωταγόρας», χωρίς βέβαια να έχει τη γοητεία του. Εκεί, ο Πρωταγόρας και ο Σωκράτης εκκινούσαν από αντίθετες θέσεις και κατέληγαν πάλι σε αντίθετες θέσεις, έχοντας όμως αλλάξει αμοιβαία ρόλους στην πορεία. Εδώ, η αλλαγή ρόλων έχει να κάνει με το διανοητικό περιβάλλον του καθενός από τους δύο συζητητές: ο Ενζέλ, σε πείσμα των μεταμοντέρνων ιδεών που κυριαρχούν στη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία, υπερασπίζει την οντολογική αυτονομία της έννοιας της αλήθειας, ενώ ο Ρόρτυ, αν και προέρχεται από την αγγλοσαξονική παράδοση της αναλυτικής φιλοσοφίας και του πραγματισμού, βρίσκεται πολύ κοντά στις μεταμοντέρνες θέσεις της γαλλικής σχολής.

Η συζήτηση εξελίσσεται σε διάλογο κουφών, παρά τον σεβασμό με τον οποίο οι δύο συνομιλητές αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο (κάτι όχι αυτονόητο σε τέτοιες αντιπαραθέσεις) και την προσπάθειά τους να κατανοήσουν, δηλαδή να περιγράψουν σωστά, τις θέσεις του αντιπάλου. Καμία προσέγγιση όμως δεν επιτυγχάνεται στο τέλος. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε να γεφυρωθούν δύο θέσεις από τις οποίες η μία υποστηρίζει ότι η έννοια της αλήθειας έχει εγγενή, κατά κάποιον τρόπο υπερβατική αξία και η άλλη ότι δεν έχει καμιά τέτοια αξία, ότι είναι απλώς μια ωφέλιμη σύμβαση;

Για τον Ρόρτυ, που είναι γνωστό πόσο ενδιαφερόταν για την εύρυθμη λειτουργία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το ερώτημα αν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια είναι σχολαστικό και άχρηστο. Οποιοσδήποτε λόγος αναπαριστά την πραγματικότητα είναι έγκυρος, αν μπορεί να δικαιολογηθεί έτσι ώστε ν΄ αποσπάσει τη συναίνεση του κοινού του και να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, αλληλεγγύη κ.λπ. Δεν καταλαβαίνω όμως πώς αντιμετώπιζε o Ρόρτυ την περίπτωση όπου σε μια κοινωνία διαφορετικοί λόγοι περί πραγματικότητας γίνονται αποδεκτοί από διαφορετικά κοινά. Πρέπει ν΄ αναγνωριστούν όλοι ως ισότιμοι; Στη χώρα μας, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλοί που συναινούν στη «θεωρία» της εξωγήινης καταγωγής των Ελλήνων, ενώ στην πατρίδα του Ρόρτυ οι λεγόμενοι δημιουργιστές έχουν ήδη πετύχει τη διδασκαλία της δικής τους «θεωρίας» στα σχολεία ορισμένων πολιτειών, πλάι στην επιστημονική ερμηνεία της εξέλιξης. Δεν υπάρχει εδώ κανένα πρόβλημα για τον Ρόρτυ; Η ίση μεταχείριση τέτοιων αναπαραστάσεων της πραγματικότητας διασφαλίζει τη δημοκρατία όσο π.χ. η ισοτιμία των θρησκευτικών δογμάτων σε μια ανεξίθρησκη κοινωνία;

Ο Ενζέλ απαντά στον Ρόρτυ ότι καμία αξία, κοινωνική ή άλλη, δεν μπορεί να θεμελιωθεί αλλιώς αν όχι σε μια κανονιστική αντίληψη για την αλήθεια. Κανονιστική εδώ δεν έχει την έννοια της ηθικής επιταγής (ότι πρέπει να λέμε πάντοτε την αλήθεια κ.λπ.) αλλά σημαίνει ότι αποδίδεται στην αλήθεια μια ποιότητα οντολογική, όχι απλώς εργαλειακή, και ότι η αντικειμενική αλήθεια οφείλει να είναι ο σκοπός κάθε έρευνας, έστω και αν τα αποτελέσματα της έρευνας είναι προσωρινά και υπόκεινται διαρκώς σε αναθεώρηση.

Ομολογώ ότι, παρόλο που η υπέρμετρα τεχνική γλώσσα του Ενζέλ, σε σχέση με αυτή του Ρόρτυ, κάνει την ανάπτυξη των θέσεών του αρκετά άχαρη, βρίσκω τις θέσεις αυτές πιο πειστικές. Μπορεί η αντικειμενική αλήθεια να είναι, όπως λέει ο Ρόρτυ, μια μεταφυσική έννοια και το πρόγραμμα του Διαφωτισμού να επιβάλλει την εγκατάλειψή της, αλλά δεν νομίζω ότι η κοινωνία (ή η τέχνη ή η ανθρώπινη ψυχή) κερδίζει κάτι με το ν΄ ανασαίνει σ΄ ένα περιβάλλον χωρίς κανένα ίχνος μεταφυσικού αρώματος.

Ο Βολτέρος, που δεν ήταν βέβαια μεταμοντέρνος, έλεγε για την Ιστορία ότι είναι ένας μύθος πάνω στον οποίο έχουν συμφωνήσει όλοι. Ο συγγραφέας του «Καντίντ» έδινε προφανώς έμφαση στον όρο «μύθος». Σήμερα όμως θα έπρεπε να προσέξουμε περισσότερο το «όλοι», για να καταλάβουμε πόση απόσταση έχουμε διανύσει από τον 18ο αιώνα. Γιατί στις σύγχρονες κοινωνίες σχεδόν κανένας μύθος δεν αναγνωρίζεται ως αληθινός απ΄ όλους. Οι πιο διαφορετικοί, συχνά εξωφρενικοί μύθοι ή «αφηγήματα» συγκρούονται ανελέητα μεταξύ τους, επικαλούμενοι καθένας τη δική του αλήθεια και την ωφελιμότητά της για τη μια ή την άλλη ομάδα, απορρίπτοντας τον ορθό λόγο ως κριτήριο αυτής της αλήθειας, με το επιχείρημα ότι αποτελεί «εργαλείο της εξουσίας».

Aκριβώς αυτή η κατάσταση δείχνει, καθαρότερα ίσως απ΄ οτιδήποτε άλλο, τη σημασία που έχει μια κανονιστική αντίληψη της αλήθειας, ως αξίας με καθολική ισχύ και ως πόλου προς τον οποίο πρέπει να προσανατολίζονται όλες οι άλλες αξίες μιας διαφωτισμένης κοινωνίας. Χωρίς αυτήν, ένας μουσουλμάνος από τα βάθη της Αφρικής θα μπορεί να διεκδικεί εύλογα σε μια δυτική χώρα το δικαίωμα να κάνει κλειτοριδεκτομή στην κόρη του, αφού αυτή είναι η «αλήθεια» του δικού του σύμπαντος, αυτό συνεπάγεται η δική του αναπαράσταση της πραγματικότητας.